Τίτλος: Στο ακρογιάλι της ουτοπίας
Συγγραφέας:
Αλκυόνη Παπαδάκη
Εκδόσεις:
ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Αντιγράφω από το
οπισθόφυλλο:
‘Έχω γνωρίσει στη
ζωή μου αρκετούς ανθρώπους, που έψαχναν απεγνωσμένα την ελευθερία της ψυχής τους.
Πέρασαν βουνά, θάλασσες και ποτάμια, μοναχικοί καβαλάρηδες πάντα, εραστές μιας
χίμαιρας που την είχαν βαφτίσει ελευθερία.
Αυτού τους είδους
οι άνθρωποι μοιάζει να ψάχνουν τελικά για την παγίδα τους. Μοιάζει να ψάχνουν,
κάπου να αιχμαλωτιστούν. Κάπου να χαρίσουν, κάπου να πετάξουν, την ελευθερία
που ήδη κουβαλάνε μέσα τους, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν.
Μερικοί ,
μπαίνουν σε ναρκοπέδια και χάνονται. Άλλοι βρίσκουν την μεγάλη παγίδα και
παγιδεύονται. Ολότελα. Για πάντα.
Μόνο που δεν
παραδέχονται ποτέ, πως εκεί που έφτασαν, είναι παγίδα. Της δίνουν απλώς μια
άλλη ονομασία.
Χρέος, ας πούμε. Θυσία.
Αποστολή.
Έτσι για να
μπορούνε δηλαδή, άμα λάχει, να φοράνε το καπελάκι τους στραβά.’
‘-Ανοίγεις μια
ζωή το λάκκο σου, με νύχια και με δόντια, κι ύστερα περιμένεις κάποιος να σε
σπρώξει μέσα για να του φορτώσεις την ευθύνη. Ε! αυτός, δεν είμ’ εγώ! Όσο κι αν
σε βολεύει. Άει πνίξου και παράτα μας….
Αυτά μου δήλωσε
το κατοικίδιο τέρας! Κι έφυγε. Αυτά μου δήλωσε το γλυκό μου κοριτσάκι. Η Δόμνα
μου. Κι έφυγε…’
Με αφορμή την
φυγή της κόρης της η Χρύσα προσπαθεί να βρει την δικιά της ουτοπία, το δικό της
όνειρο. Πως φτάνει ένας άνθρωπος εδώ που βρίσκεται; η Χρύσα πέρασε πολλά στη ζωή της και έτσι προσπάθησε να κρύψει τις δυστυχίες της κάτω από το παχύ χαλί και να δώσει στην κόρη της αυτά που η ίδια δεν είχε ποτέ.
‘Πίστευα, και
πιστεύω, πως όταν η ψυχή δεν έχει χαρακιές δε βρίσκει δρόμο να τρέξει μέσα της ο καημός
του άλλου.’
Τώρα καθαρά για
το βιβλίο πρέπει να πω πως στην αρχή το βρήκα λίγο αργό στο ρυθμό, αλλά στην
πορεία ανεβάζει στροφές, εμβαθύνει στους χαρακτήρες και σε συνεπαίρνει. Εμένα το
βιβλίο μου άφησε μια γλυκόπικρη γεύση.
Γιατί η ουτοπία μας καθορίζεται από τις πληγές
που φέρουμε στην ψυχή μας…
