Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mana. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mana. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η σύγχρονη γυναικεία πορνογραφία και οι άντρες


Του Φίλιππου  Φιλίππου

Τα μυθιστορήματα ευρείας κατανάλωσης που απευθύνονται αποκλειστικά στο γυναικείο κοινό παρουσιάζουν μια αυξητική τάση ανά τον κόσμο και θεωρούνται κυρίως εμπόρευμα και όχι λογοτεχνικά έργα με αξιώσεις κριτικών παρουσιάσεων, αναλύσεων και βραβείων. Αυτό δεν είναι πρωτοφανές. Όπως μας πληροφορούσε πριν από τριάντα χρόνια η Μαριλίζα Μητσού-Παππά (στο περιοδικό Διαβάζω), «οι ιστορίες αγάπης ως αποκλειστικό θέμα μυθιστορηματικού κειμένου» αποτελούν παμπάλαια συνταγή και ανάγονται στον 18ο αιώνα. Η σημερινή εποχή με τις επιστημονικές ανακαλύψεις, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, τα τεχνολογικά επιτεύγματα, δεν έχει επηρεάσει τον κεντρικό πυρήνα αυτών των μυθιστορημάτων που εξακολουθούν να ασχολούνται με τις αισθηματικές σχέσεις ανδρών και γυναικών. Πιο συγκεκριμένα ασχολούνται με μια ερωτική ιστορία που αφού περάσει από διάφορες φάσεις και υπερπηδήσει τα παντοειδή εμπόδια καταλήγει σ’ ένα ευτυχές γεγονός: το γάμο.

Ένα από τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν ανέκαθεν τους χαρακτήρες στα αισθηματικά μυθιστορήματα είναι η ταξική διαφορά ανάμεσα στην ηρωίδα και τον εκλεκτό της. Εκείνη, νέα και όμορφη, συνήθως, είναι φτωχή, υπάλληλος ή άνεργη, κι εκείνος ωραίος, δυναμικός, και κυρίως πλούσιος, επιχειρηματίας. Κατά κάποιο τρόπο, αποτελεί τη συνέχεια του πρίγκιπα του παραμυθιού, ο οποίος γοητεύεται από τα φυσικά και ψυχικά χαρίσματα της Σταχτοπούτας, της απλής κοπέλας του λαού.

Πρωταρχική σύμβαση στο αισθηματικό μυθιστόρημα ήταν –και εξακολουθεί να είναι– η ταύτιση της αναγνώστριας με την ηρωίδα. Σε αυτό, η αναγνώστρια πρέπει να βρει και ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό της. Διαβάζοντας την ιστορία της ηρωίδας, η οποία, ενώ συναντάει ένα σωρό δυσκολίες και ατυχίες στο τέλος ανταμείβεται με το γάμο, πρέπει να παρηγορηθεί για τις δικές της δυσκολίες και ατυχίες και να ελπίσει πως τα πράγματα θα πάνε κατ’ ευχήν για την ίδια ώστε να ευοδωθούν οι προσπάθειές της.

Στην πορεία, οι ιστορίες αγάπης, οι λεγόμενες και «ροζ», έγιναν τολμηρές, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι ηρωίδες τους απελευθερώθηκαν από τα ταμπού τους. Μέχρι πρόσφατα, στα συγκεκριμένα μυθιστορήματα οι προγαμιαίες σχέσεις έπρεπε αργά ή γρήγορα να καταλήγουν σε γάμο, με δεδομένο τον συντηρητισμό των αναγνωστριών. Διότι, μόνο ο νόμιμος δεσμός του γάμου, μας λέει πάλι η Μαριλίζα Μητσού-Παππά, δικαιολογούσε το ενδεχόμενο σεξουαλικής σχέσης. Ο ερωτισμός όμως και η σεξουαλική πράξη ειδικότερα, υπογραμμίζει η Μίνα Μαχαιροπούλου (στο Διαβάζω), βιώνονται σαν μια παρορμητική  και απαιτητική τάση του αρσενικού «απέναντι στο θηλυκό που είναι γεμάτος αναστολές». 

Άλλα στοιχεία που παρατηρούνται στα αισθηματικά-ερωτικά μυθιστορήματα όλων των εποχών, τα απευθυνόμενα στις γυναίκες, είναι η αγνότητα των κοριτσιών (δηλαδή η παρθενία), η πίστη στο γάμο και στις οικογενειακές αρχές. Κατά περίεργη σύμπτωση, μας λέει η Νέλλη Καψή (στο Διαβάζω), όλες οι ηρωίδες, αν και όμορφες και γοητευτικές, ακόμα και ανεξάρτητες, έχουν ελάχιστη γνώση του αληθινού έρωτα και το κενό «αναλαμβάνει να καλύψει Εκείνος».

Στη κατηγορία αυτή ανήκουν τα λεγόμενα αισθησιακά ή ερωτικά μυθιστορήματα που εξέδιδαν οι εκδόσεις Χαρλένικ Ελλάς (σειρά Άρλεκιν-Desire), από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Σε αυτά, όλα γραμμένα από γυναίκες, οι ήρωες κι οι ηρωίδες, επιδίδονταν σ’ έναν ανηλεή αγώνα κατάκτησης που περιλάμβανε ερωτικές πράξεις, όπου ήταν απαραίτητη η χρήση προφυλακτικού. ΣτοΦλογερός πειρασμός (2006) της Τζάνελ Ντένισον, η Μπρουκ αποπλανείται από τον πρώην κουνιάδο της, τον Μαρκ, αλλά αποφασίζουν να κρατήσουν τη σχέση τους για πάντα, δηλαδή να παντρευτούν.

Δείγμα γραφής:
«Εκείνη αναστέναξε και χαμήλωσε το κορμί της και η καυτή σάρκα της τύλιξε τον ανδρισμό του. Ένα βαθύ βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του Μαρκ και ανασήκωσε τους γοφούς του, μπαίνοντας βαθιά μέσα της».

Τα σύγχρονα αισθηματικά-ερωτικά μυθιστορήματα είναι τόσο τολμηρά που φτάνουν στα όρια της πορνογραφίας. Τα τρία βιβλία της τριλογίας (έχουν πουλήσει 35 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ), της Αγγλίδας Ε.Λ. Τζέιμς με πρώτο το Πενήντα αποχρώσεις του γκρι (τα άλλα δύο τιτλοφορούνται Πενήντα πιο σκοτεινές αποχρώσεις του γκρι και Πενήντα αποχρώσεις του γκρι-Απελευθέρωση), ξεπερνούν τις καθιερωμένες σεξουαλικές περιγραφές και αναφέρονται σε σαδομαζοχιστικές σκηνές ανάμεσα στην ηρωίδα και τον καλό της. 

Αυτή, η 22χρονη Αναστάζια, είναι φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας και παρθένα, κι αυτός, ο 27χρονος Κρίστιαν, επιτυχημένος επιχειρηματίας, χορτασμένος σεξουαλικά, σε βαθμό που χρειάζεται ακραίους τρόπους και εξαρτήματα για να διεγερθεί και να ικανοποιηθεί. Μόλις τον αντικρίζει, η Αναστάζια τον ερωτεύεται και ταυτόχρονα τον ποθεί –πρόκειται για το απόλυτο αρσενικό–, κι όταν  κάνουν έρωτα, αυτός ανακαλύπτει πως είναι παρθένα. Η ιστορία διαδραματίζεται στο Σιάτλ των ΗΠΑ. Στο τέλος, βέβαια, όπως κάθε καλή ροζ ιστορία, παντρεύονται και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

 Δείγμα γραφής:
«Τώρα θα σας γαμήσω, δεσποινίς Στιλ…» μουγκρίζει καθώς ακουμπάει την κόκκινη κορυφή τους πέους του στην είσοδο του κόλπου μου. «Άγρια…» προσθέτει μουρμουριστά και μπαίνει βίαια μέσα μου.

Κάπως έτσι γράφει και η Αμερικανίδα Σίλβια Ντέι, η οποία επηρεασμένη από την Τζέιμς, εμφανίστηκε επίσης με μια τριλογία (τα βιβλία της έχουν πουλήσει 6 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στην αγγλική γλώσσα), με πρώτο το Γυμνή μπροστά σου (εκδόσεις Τουλίπα, θυγατρική των εκδόσεων Ψυχογιός), δεύτερο το Ευάλωτη δίπλα σου και τρίτο το Δεμένη μαζί σου (θα κυκλοφορήσει προσεχώς). 

Κεντρική ηρωίδα εδώ είναι η Εύα, υπάλληλος σε εταιρεία. και κεντρικός ήρωας, ο Γκίντεον, ο ιδιοκτήτης της εταιρείας. Μόνο που η κοπέλα δεν είναι πρωτάρα, έχει ένα σκοτεινό παρελθόν, και δεν φοβάται τον αινιγματικό άντρα, ο οποίος έχει επίσης σκοτεινό παρελθόν και την κάνει να δεθεί μαζί του με τα δεσμά της λαγνείας. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη.

Δείγμα γραφής:
«Με τα χείλη μου κολλημένα στα δικά του, ένιωθα τον οργασμό να πλησιάζει, καθώς ο αντίχειράς του χάιδευε την κλειτορίδα μου και το τεράστιο όργανό του γλιστρούσε ως τον πυρήνα μου».

Αυτά τα αισθηματικά-ερωτικά μυθιστορήματα δεν είναι ούτε πορνογραφήματα με την παλιά έννοια του όρου (βλέπε τα βιβλία της Αναίς Νιν που τα έγραφε για βιοποριστικούς λόγους), ούτε ερωτογραφήματα (όπως εκείνα του Χένρι Μίλερ). Πατάνε γερά πάνω στην πανάρχαια συνταγή και η επιτυχία τους οφείλεται στις σεξουαλικές περιγραφές, που ενισχύουν με πικάντικο τρόπο την κάπως βαρετή παραδοσιακή αφήγηση. Αυτό εύκολα γίνεται αντιληπτό: βλέπουμε πως ο γάμος και η πίστη στο γάμο παραμένουν αναλλοίωτα.

Κάποιοι έχουν χαρακτηρίσει την αναγνώστρια αισθηματικών μυθιστορημάτων ως μικροαστή που «σέβεται πριν από οτιδήποτε άλλο το γάμο», αφού «ο γάμος είναι το κέντρο του κόσμου» (Ευγένιος Αρανίτσης στο Διαβάζω). Ωστόσο, οι αναγνώστριες τέτοιων αφηγημάτων ανήκουν σε όλο το φάσμα της κοινωνίας, είναι φοιτήτριες, άνεργες, εργαζόμενες, νοικοκυρές, πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών. 

Κι εδώ συμβαίνει το παράδοξο: αυτά τα σύγχρονα πορνογραφικά μυθιστορήματα, τα γραμμένα από γυναίκες, όπως η Τζέιμς και η Ντέι, τα διαβάζουν και άντρες, διότι ανεξάρτητα από την έκβαση του ειδυλλίου, γνωστή ευθύς εξαρχής, άρα χωρίς απρόσμενη κατάληξη, μπορούν να βρουν διεγερτικές σεξουαλικές σκηνές –όπως οι ταινίες πορνό–, κάτι που γινόταν πριν μερικές δεκαετίες με κλασικά βιβλία, όπως Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι του Λόρενς, Θα φτύσω στους τάφους σας του Μπορίς Βιαν ή τα μυθιστορήματα του μαρκήσιου ντε Σαντ.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Το ξεχασμένο βαλς


Το ξεχασμένο βαλς
Ανν Ένραϊτ
Εκδόσεις Καστανιώτη

Θα κάνω παρουσίαση ενός βιβλίου ξεκινώντας από μια προτροπή. ΜΗΝ ΠΑΤΕ να το αγοράσατε.

Το Ξεχασμένο Βαλς της Αν Ένραϊτ, μας ήρθε με δυνατές κριτικές. Κατά τη γνώμη μου δεν τις αξίζει.

Είναι η ιστορία της Τζίνα που είναι παντρεμένη με τον Κόνορ, αλλά σε κάποια φάση συναντά τον επίσης παντρεμένο Σον, που έχει μια κόρη την Έβι και τα φτιάχνουν.

Θα μπορούσε να είναι μια ωραία ιστορία πόθου. Θα μπορούσε να γίνει σοφτ πορνό call me 50 shades of grey. Θα μπορούσε να βγάζει έντονα  συναισθήματα και προβληματισμούς. Θα μπορούσε να έχει σασπένς.

Ε, λοιπόν δεν έχει τίποτα από αυτά. Περνούν οι σελίδες και να η Τζίνα να λέει πόσο τον θέλει και τον γουστάρει και είναι ερωτευμένη μαζί του. Καμία τύψη για τον Κόνορ ή για την οικογένεια του Σον. 

Η Ανν Ένραϊτ, που τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ για το προηγούμενο μυθιστόρημά της Η συγκέντρωση, διηγείται με ανενδοίαστη αμεσότητα και σαρκαστικό, υπόγειο χιούμορ μια ιστορία σύγχρονης συζυγικής απιστίας, αφήνοντας στην άκρη τις ηθικές παραμέτρους. Στόχος της να φέρει τον αναγνώστη κατευθείαν στον πυρήνα μιας αναντίρρητης αλήθειας: ότι ο έρωτας μπορεί να είναι το ωραιότερο θαύμα στη ζωή ενός ανθρώπου και, παράλληλα, ικανός να γκρεμίσει τα πάντα στο διάβα του.

Αυτό από το εξώφυλλο του βιβλίου. Εγώ πάντως ούτε χιούμορ βρήκα, ούτε με έφερε μπροστά σε μια αναντίρρητη αλήθεια, ούτε τα έχασα μπροστά στον έρωτά τους. Αντίθετα, γύριζα σελίδες να τελειώνουμε με το μαρτύριο.

Και δεν με νοιάζει το ότι και οι δυο ήταν παντρεμένοι, στο κάτω κάτω βιβλίο είναι όχι οι κολλητοί μου για να με νοιάζει τι κάνουν στο κρεβάτι τους, αν και τώρα που το σκέφτομαι ούτε για τους κολλητούς θα έπρεπε να με νοιάζει, αλλά το ενδιαφέρον είναι λόγο φιλίας, όχι λόγω μοιχείας. Θέλω να πω δεν είναι αυτό που με ξένισε. Με ξένισε το γεγονός ότι είναι τόσο άχαρο και τόσο ανιαρό βιβλίο. Σύγκρινε επίσης με την ιστορία μοιχεία της Άννα Καρένινα με τον Βρόνσκι. Από τη γη ως το φεγγάρι η διαφορά.

Γίνεται να διαβάζεις για ένα μεγάλο έρωτα και να χασμουριέσαι; Ούτε συναισθήματα μου έβγαλε, ούτε προβληματισμούς, ούτε τίποτε. Ερωτεύτηκε, απάτησε τον άντρα της, η νέα σχέση με τον γκόμενο, η κόρη του που θέλει εξηγήσεις. Στο ίδιο ύφος σαν να έλεγε πήγα στη λαϊκή αγορά και αγόρασα παντζάρια. Σου κάνει κέφι να διαβάσεις για παντζάρια; Όχι. Ούτε κέφι να διαβάσεις για τούτη την ερωτική ιστορία σου κάνει.

Παραθέτω το κομμάτι όπου η Τζίνα περιγράφει τις στιγμές, λίγο προτού γνωρίσει τον Σον. Όποιος χασμουρηθεί να ρίξει το φταίξιμο στην Ενραϊτ, όχι σε μένα. 

Τώρα χρειάζομαι πραγματικά ένα τσιγάρο. Τα παιδιά της Φιόνα δεν είχαν αντικρίσει ποτέ τσιγάρο στη ζωή τους, έτσι μου είπε – η Μέγκαν, λέει, ξέσπασε σε λυγμούς όταν ένας ηλεκτρολόγος έβγαλε κι άναψε ένα μες στο σπίτι. Ξεκρεμάω την τσάντα μου από την πλάτη της καρέκλας, διασχίζω την ανοιχτή τζαμαρία, περνάω μπροστά απ’ τον Σέι, που μου προτείνει μια μπουκιά κρέας, προσπερνάω γυαλισμένα απ’ τη βροχή παιδικά τρίκυκλα κι εύθυμους κατοίκους του προαστίου και κατηφορίζω ως εκεί που ορθώνεται η μικρή μελία, δεμένη στον τετράγωνο πάσσαλό της, και ο κήπος μεταμορφώνεται σε βουνοπλαγιά. Υπάρχει εδώ ένα καλυβάκι για τα παιδιά, κατασκευασμένο από καφέ πλαστικό, λιγάκι απωθητικό στην όψη, είν’ η αλήθεια – τα δοκάρια δείχνουν τόσο ψεύτικα που θα μπορούσαν να είναι φτιαγμένα από σοκολάτα ή από κανένα καουτσουκένιο φτηνο-υλικό. Κρύβομαι πίσω από μια τραβέρσα και είμαι τόσο απασχολημένη με το να μην μοιάζει αυτό που κάνω με παράπτωμα –ακουμπάω στο φράχτη ισιώνοντας τη φούστα μου, ενώ ψαχουλεύω βιαστικά μες στην τσάντα για το πακέτο– ώστε δεν τον βλέπω μέχρι που ανάβω, οπότε η πρώτη στιγμή θέασης του Σον (σε αυτήν εδώ την ιστορία για τον Σον, που διηγούμαι η ίδια στον εαυτό μου) σημειώνεται πάνω στο πρώτο μου φύσημα προς τα έξω: το περίγραμμα της φιγούρας του κόντρα στη θέα, θαμπωμένο από τον καπνό ενός πολυπόθητου Μάρλμπορο Λάιτ.

Ο Σον.

Είναι, για μια στιγμή, απόλυτα ο εαυτός του. Ετοιμάζεται να στραφεί, μα αυτό δεν το ξέρει ακόμα. Θα γυρίσει και θα με δει που τον βλέπω, κι ύστερα απ’ αυτό τίποτε άλλο δεν πρόκειται να συμβεί, για αρκετά χρόνια. Δεν προκύπτει κανένας λόγος ώστε να συμβεί.
Έχω την αίσθηση της νύχτας. Το φως είναι εκπληκτικό αλλά αταίριαστο – σαν να χρειάζεται να περιστρέψω νοερά όλο τον πλανήτη για να βρεθώ σ’ αυτό τον κήπο, σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο του απογεύματος και σε αυτό τον άντρα, που είναι ο ξένος δίπλα στον οποίο κοιμάμαι τώρα.

Εμφανίζεται μια γυναίκα και του μιλάει χαμηλόφωνα. Εκείνος την ακούει πάνω απ’ τον ώμο του κι ύστερα στρίβει λίγο περισσότερο το κεφάλι για να κοιτάξει ένα κοριτσάκι που ξεμένει πίσω τους.

«Ω, για όνομα του Θεού, Έβι», λέει. Και αναστενάζει – επειδή δεν είναι το ίδιο το παιδί εκείνο που του προκαλεί την ενόχληση μα κάτι άλλο: κάτι μεγαλύτερο και πολύ πιο θλιμμένο.

Η γυναίκα πηγαίνει πάλι πίσω για να τρίψει τη γλίτσα από το πρόσωπο της Έβι μ’ ένα χαρτομάντιλο, που διαλύεται πάνω στο κολλώδες δέρμα του παιδιού. Ο Σον παρακολουθεί για μερικά δευτερόλεπτα. Και μετά βλέπει εμένα.

Κάτι τέτοια πράγματα συμβαίνουν όλη την ώρα. Το βλέμμα σου διασταυρώνεται με το βλέμμα ενός αγνώστου για μια παρατεταμένη στιγμή, κι έπειτα το αποστρέφεις.

Είχα μόλις γυρίσει από διακοπές – μια βδομάδα με την αδελφή του Κόνορ στο Σίντνεϊ και μετά βόρεια, σ’ εκείνο το απίστευτο μέρος όπου μάθαμε να κάνουμε καταδύσεις. Όπου επίσης μάθαμε, απ’ ό,τι θυμάμαι, πώς να κάνουμε έρωτα νηφάλιοι – απλό τέχνασμα αλλά καλό, ήταν σαν να αφαιρείς από πάνω σου ένα περιττό δέρμα. Ίσως γι’ αυτό μπόρεσα να αντιγυρίσω τη ματιά του Σον. Είχα μόλις επιστρέψει από την άλλη μεριά του κόσμου. Ήμουν, για τα δικά μου πρότυπα, στις ομορφιές μου. Ήμουν ερωτευμένη –κανονικά ερωτευμένη– μ’ έναν άντρα που σύντομα θα αποφάσιζα να παντρευτώ, οπότε, όταν με κοίταξε εκείνος, δεν ένιωσα φόβο.

Ίσως θα έπρεπε να είχα νιώσει.

Γιατί είναι εκπληκτικό το πόσα πολλά προσέλαβα με εκείνη την πρώτη ματιά: πόσα πολλά –τώρα που αναδρομικά το σκέφτομαι– θα έπρεπε, κανονικά, να τα περιμένω. Βρίσκονταν όλα εκεί: η σπίθα του ενδιαφέροντος που ξύπνησε μέσα μου ο Σον, η όλη ιστορία με την Έβι. Το θυμάμαι αυτό ολοκάθαρα, όπως θυμάμαι επίσης την ευπρεπισμένη και άκαμπτη ευγένεια της γυναίκας του. Εκείνη την κατάλαβα με τη μία, και τίποτε απ’ όσα έκανε αργότερα δεν με βρήκε απροετοίμαστη, ούτε ανέτρεψε την αρχική εντύπωσή μου. Η Αϊλίν, η γυναίκα που δεν άλλαζε ποτέ το στιλ των μαλλιών της, που ήταν τότε και θα παραμείνει πάντοτε «μέγεθος μικρό». Αν μπορούσα να τη χαιρετήσω τώρα, από αυτήν εδώ τη γέφυρα του παρελθόντος, σίγουρα θα μου έριχνε το ίδιο λίγο πολύ βλέμμα που μου έριξε και τότε. Επειδή κι εκείνη με κατάλαβε. Κατευθείαν. Και, παρόλο που ήταν τόσο χαμογελαστή και καθωσπρέπει, εγώ διέκρινα την εσωτερική της ένταση.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Η σύγχρονος Κιβωτός των βιβλίων


Οι μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου και τα πιο φημισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα ψηφιοποιούν το υλικό τους για να το προφυλάξουν από οποιαδήποτε φυσική καταστροφή. Τι θα γινόταν, όμως, όλος αυτός ο πλούτος, εάν η καταστροφή αυτή ήταν ψηφιακή; Πρόκειται για ένα σενάριο «Αποκάλυψης», που δεν αφορά τον υλικό κόσμο αλλά τον κυβερνοχώρο. Αν και σήμερα φαντάζει απίθανο ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ένας σύγχρονος Νώε προνοεί, κατασκευάζοντας μια «Κιβωτό των Βιβλίων», στην οποία φιλοδοξεί να φιλοξενήσει ένα αντίτυπο από κάθε τυπωμένο έργο που κυκλοφορεί στον πλανήτη.

Η «Κιβωτός» αυτή είναι μια ξύλινη αποθήκη και βρίσκεται στη βιομηχανική ζώνη του Ρίτσμοντ, μιας μικρής πόλης στην Καλιφόρνια. Ο «Νώε των βιβλίων», είναι ένας Αμερικανός επιχειρηματίας, με σπουδές στο φημισμένο ΜΙΤ, που απέκτησε μια μικρή περιουσία, πουλώντας στο Amazon την εταιρία διαχείρισης δεδομένων που είχε δημιουργήσει. Το επόμενο βήμα του 51χρονου Μπριούστερ Κέιλ ήταν να φτιάξει ένα αρχείο για τις ιστοσελίδες του Ίντερνετ. Όταν έφτασε στα 150 δισεκατομμύρια ιστοσελίδες, γεννήθηκε ένα ερώτημα: πού θα κατέληγε όλο αυτό το υλικό, αν ζούσε η ανθρωπότητα μια ψηφιακή «Αποκάλυψη»;

Αγωνιώντας για την αθανασία της πνευματικής παραγωγής, ο σύγχρονος Νώε διέθεσε 3 εκατομμύρια δολάρια για να κατασκευάσει μια νέα Κιβωτό, πραγματική αυτή τη φορά. Έπειτα, άρχισε να την γεμίζει. Έως σήμερα, έχει συγκεντρώσει 500.000 τίτλους, ενώ κάθε βδομάδα φτάνουν στην Κιβωτό του, 20.000 νέοι. Πολλοί από αυτούς προέρχονται από βιβλιοθήκες και πανεπιστημιακά ιδρύματα που θέλουν να ξεφορτωθούν υλικό, το οποίο δεν έχει θέση στην ψηφιακή εποχή.

Στόχος του Μπριούστερ Κέιλ, σε πρώτη φάση, είναι να φτάσει τους 10 εκατομμύρια τίτλους. «Πρέπει να διατηρήσουμε το παρελθόν, ακόμη κι αν ανακαλύπτουμε ένα καινούργιο μέλλον» είπε στους New York Times. «Εάν η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας δημιουργούσε ένα αντίτυπο για κάθε βιβλίο και το έστελνε στην Ινδία ή την Κίνα, θα είχαμε και τα υπόλοιπα έργα του Αριστοτέλη, τα υπόλοιπα θεατρικά έργα του Ευριπίδη. Ένα αντίτυπο σε κάθε ίδρυμα, δεν είναι αρκετό» εξηγεί.

Η «Κιβωτός των βιβλίων» του 51χρονου Νώε δεν είναι η μοναδική. Η βιβλιοθήκη του αμερικανικού Κογκρέσου έχει συγκεντρώσει 32 εκατομμύρια τίτλους, από 470 διαφορετικές γλώσσες. Εκεί, ωστόσο, η επιλογή γίνεται με ποιοτικά κριτήρια. Αντίθετα, στην Κιβωτό των Βιβλίων δεν υπάρχουν αποκλεισμοί. Στα ράφια της, ή μάλλον στα κιβώτιά της, υπάρχει χώρος για βιβλία όπως «Τι να κάνετε εάν χωρίσει ο γιος σας ή η κόρη σας» ή «Η πολιτική των Ινδιάνων της Αμερικής, τον 20ο αιώνα». Χώρος υπάρχει για όλα τα περιοδικά, τα κόμικς, τις εφημερίδες. Ένας μοναδικός θησαυρός από έναν Νώε, που προτιμά να συστήνεται απλά ως «βιβλιοθηκάριος».

Πηγή: ΑΠΕ

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Παραμύθια δύο αιώνων




Διακόσια χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου τόμου με τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ ο κόσμος που βγαίνει από τις σελίδες τους δεν έχει πάψει να φωλιάζει στην καρδιά νεαρών και ενηλίκων αναγνωστών σε ολόκληρη την υφήλιο, τροφοδοτώντας τη φαντασία τους και στοιχειώνοντας (άλλοτε παρηγορητικά κι άλλοτε με έναν αφανή τρόμο) τα όνειρά τους.

Γεννημένοι στο Χάναου της Γερμανίας, ο Γιάκομπ (1785-1859) και ο Βίλχελμ (1786-1863) Γκριμ σπούδασαν νομικά στο πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ και εργάστηκαν ως βιβλιοθηκάριοι πρώτα στο Κάσελ, κατόπιν στο Γκέτινγκεν, όπου ανέλαβαν και διδακτικό έργο, και τέλος στην Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου (από το Γκέτινγκεν απολύθηκαν επειδή διαμαρτυρήθηκαν για την κατάργηση του φιλελεύθερου συντάγματος του Ανόβερου από τον Ερνέστο Αύγουστο τον Α').

Παρακινημένοι από το πνεύμα του καιρού τους, που είχε ανακαλύψει ήδη τη σημασία της λαϊκής παράδοσης και των δημοτικών τραγουδιών οι αδελφοί Γκριμ απομακρύνθηκαν γρήγορα από τις νομικές σπουδές τους για να αφοσιωθούν στη μελέτη του μεσαιωνικού παραμυθιού.

Κάνοντας εκτεταμένη έρευνα και συλλέγοντας παραμύθια από τους πιο διαφορετικούς πληροφορητές (χωρικούς, αλλά και αριστοκράτες, που ήξεραν τα παραμύθια από τους υπηρέτες τους), οι αδελφοί Γκριμ καταπιάστηκαν αμέσως με το να προσδώσουν στο υλικό τους λογοτεχνική μορφή, διασκευάζοντάς το για παιδιά. Τον πρώτο τόμο του 1812 ακολούθησε το 1814 ένας δεύτερος τόμος ενώ μεταξύ 1816 και 1818 τα δύο αδέλφια εξέδωσαν και μια σειρά γερμανικών θρύλων υπό τον τίτλο Γερμανικοί μύθοι.

Γιατί τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ άντεξαν τόσο πολύ στον χρόνο; Τι τα έκανε να αναθρέψουν γενεές επί γενεών παιδιών και μεγάλων και πώς κατόρθωσαν να φτάσουν αρυτίδωτα μέχρι και τις ημέρες μας; Θα πρέπει καταρχήν να θυμηθούμε πως όταν τυπώθηκαν το 1812 τα Παιδικά και οικογενειακά παραμύθια οι κριτικές που δέχτηκαν οι εμπνευστές τους ήταν ιδιαιτέρως αρνητικές. Μπορεί ο Γιάκομπ και ο Βίλχελμ να μετέφεραν απλώς στο χαρτί τις ιστορίες τις οποίες διηγούνταν επί αιώνες προφορικά οι άνθρωποι της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά οι κριτικοί των αρχών του 19ου αιώνα δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να κατανοήσουν τη σκληρότητα, τη βία και τον αμοραλισμό που έβλεπαν στις σκηνές τους.

Πειστήρια μιας δύσκολης, κατάφωρα άδικης και εξωφρενικά επιθετικής εποχής, τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ προκάλεσαν ανατριχίλα στους συγχρόνους τους, που έσπευσαν να τους καταλογίσουν πως φιλοτεχνούσαν ένα σύμπαν εντελώς ανοίκειο και ακατάλληλο για τα παιδιά. Ο Γιάκομπ και ο Βίλχελμ δεν αντιμετώπισαν ελαφρά τη καρδία τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον τους. Έσπευσαν, αντιθέτως, να στρογγυλέψουν τις διηγήσεις τους, εξανθρωπίζοντας τους ήρωές τους (ενσταλάζοντας μια δόση γλύκας και τρυφερότητας στη συμπεριφορά τους), αφαιρώντας τη σεξουαλική ασυδοσία που επικρατούσε συχνά στην πλοκή, περιστέλλοντας δραστικά το στοιχείο της βίας και προσδίδοντας κάποια σταθερά ηθικά χαρακτηριστικά στα πρόσωπά τους.

Με την παρέλευση των ετών τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ καταχωρήθηκαν στις μεγάλες παρακαταθήκες του δυτικού πολιτισμού, αλλά το κλίμα της σκοτεινής απειλής που παρέμεινε ολοζώντανο στον πυρήνα τους δεν μπόρεσε ποτέ να συμβαδίσει με τη νόρμα της αθωότητας την οποία πιστεύουμε ότι προϋποθέτουν τα παιδικά αναγνώσματα. Δείγμα αυτής της θεμελιώδους ανισορροπίας είναι η συζήτηση που προκάλεσαν ο Γιάκομπ και ο Βίλχελμ λίγο πριν και λίγο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ναζί έσπευσαν να αναγνωρίσουν προπολεμικά στα παραμύθια τους τις αρετές της φυλετικής καθαρότητας ενώ οι επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος παραλλήλισαν μεταπολεμικά την εμπειρία τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης με τις διακρίσεις που αποδεσμεύουν πολλές φορές οι χαρακτήρες τους (για παράδειγμα: η άσπιλη απολογήτρια των εθνικών-οικογενειακών αξιών Σταχτοπούτα απέναντι στην επίφοβη σκιά του ξένου και του ανέντακτου, που αντιπροσωπεύει η αυταρχική μητριά της).

Μάγοι, τέρατα, γίγαντες, περίεργα πουλιά, ταλαιπωρημένες πριγκιποπούλες, αδιαπέραστα κάστρα, πανούργοι διάβολοι, μυστηριώδεις νύφες, αποθηριωμένοι λύκοι, θαυματουργά δαχτυλίδια, άνθρωποι μεταμορφωμένοι σε ζώα, πλούσιοι και φτωχοί, αλλά και χωρικοί, βασιλιάδες ή νοικοκυρές συνεχίζουν και στις ημέρες μας να κυκλοφορούν προς πάσα κατεύθυνση στα παραμύθια των αδελφών Γκριμ και να αναστατώνουν με τους πιο διαφορετικούς τρόπους τον νου και την ψυχή μας. Η σύγκρουση αρσενικών και θηλυκών προτύπων, η εξαπάτηση και η μαγεία, ο θρησκευτικός μανδύας, που δεν έχει αποβληθεί από τις καταστάσεις τις οποίες γεννά η αφήγηση, όπως και ο αδιαμεσόλαβητος ρεαλισμός με τον οποίο ο Γιάκομπ και ο Βίλχελμ εξιστορούν τα παθήματα των ηρώων τους, αποκαλύπτοντας ξανά και ξανά την τραχύτητα των περιστάσεων υπό τις οποίες έχουν κληθεί να ζήσουν, αντιπροσωπεύουν σίγουρα κάτι και από τη δική μας εποχή: μια εποχή που δεν αποκλείεται να προβάλει ένα σοβαρό κομμάτι από την κοινωνική και την υπαρξιακή της ανασφάλεια στην αλληγορική και τη συμβολική γλώσσα δύο παράξενων παραμυθάδων.

Πηγή: ΑΠΕ

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης

Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης
Μίλαν Κούντερα
Εκδόσεις Εστία

Χτες διάβασα Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης του Μίλαν Κούντερα. Γράφτηκε το 1978 και ήταν το πρώτο βιβλίο, που έγραψε ο Τσέχος συγγραφέας μετά την αυτοεξορία του στη Γαλλία. Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε φέτος, κλασσικά από τις εκδόσεις Εστία και κλασσικά σε μετάφραση του Γιάννη Χάρη.

Είναι μια σειρά διηγημάτων, στο γνώριμο πικρό, πολιτικό και κοινωνικό ύφος του Μίλαν Κούντερα. Θεωρείται από τα καλύτερα του και προηγείται της Αβάστακτης ελαφρότητας του είναι. Σε αυτό το βιβλίο μέσα από τους ήρωες και μπόλικους συμβολισμούς ο Μίλαν Κούντερα καλεί τους συμπατριώτες του να ξεσηκωθούν εναντίον των Ρώσων. Μιλά για την καταπίεση, για τη στέρηση της ελευθερίας για το τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι υποταχτούν αντί να αγωνιστούν.

Το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης βρίσκεται στο μεταίχμιο της συγγραφικής δράσης αλλά και της προσωπικής ζωής του Κούντερα και αποτελεί ίσως το πιο ιδιόμορφο έργο του.

Δεν θα γράψω άλλα για το βιβλίο. Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα.

  • Ο Μίρεκ ισχυρίστηκε πως ήταν απλώς γνωστή του και αρνήθηκε κατηγορηματικά πως είχαν σχέση. Γιατί το μεγάλο μυστικό της ζωής το ήξερε καλά: οι γυναίκες δεν ψάχνουν για ένα ωραίο άντρα, ψάχνουν για ένα άντρα που είχε ωραίες γυναίκες. Το να έχεις λοιπόν άσχημη φιλενάδα, ήταν σφάλμα μοιραίο.
  • Ζήλευε τόσο πολύ; Τον πρώτο καιρό στους μεγάλους έρωτές τους, ούτε λόγος. Πέρασαν όμως τα χρόνια και αυτό που βιώνει σήμερα είναι σαν ζήλεια.

  • Ας το πω διαφορετικά. Κάθε ερωτική σχέση βασίζεται σε άγραφες συμφωνίες, τις οποίες υπογράφουν απερίσκεπτα οι ερωτευμένοι τις πρώτες βδομάδες του έρωτά τους. Βρίσκονται ακόμα σαν μέσα σε όνειρο, αλλά παράλληλα, χωρίς να το ξέρουν συντάσσουν, σαν άτεγκτοι νομικοί τις λεπτομερείς ρήτρες του συμβολαίου τους. Αχ εραστές, προσοχή αυτές τις πρώτες επικίνδυνες μέρες! Έτσι και πάτε στον άλλο πρωινό στο κρεβάτι, θα πρέπει να του το πηγαίνετε εφ’ όρου ζωής, αν δεν θέλετε να σας κατηγορήσουν για έλλειψη αγάπης και προδοσίας. 

  • Για να ξεπαστρέψεις ένα λαό, του αφαιρείς πρώτα τη μνήμη. Καταστρέφεις τα βιβλία του, τον πολιτισμό του, την ιστορία του. Και κάποιος άλλος του γράφει βιβλία, του δίνει πολιτισμό και επινοεί για λογαριασμό του άλλη ιστορία. Έπειτα, ο λαός αρχίζει σιγά σιγά να ξεχνά ποιος είναι και ποιος ήταν. Ακόμη πιο γρήγορα θα τον ξεχάσει ο κόσμος γύρω του. 

  • Το ήξερε πάρα πολύ καλά, όπως το ξέρω κι εγώ, πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αβάστακτο από το να χάνεις τον άνθρωπο που αγαπούσες.
  • Το προνόμιο του έρωτα δεν ήταν μόνο παράδεισος, ήταν και κόλαση.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Της ανάγνωσης δυσκολίες




Να βάλουμε τα δεδομένα μας κάτω.

Νούμερο 1. Τα βιβλία είναι ακριβά. Καταντήσαμε για τρία βιβλία στην καλύτερη των περιπτώσεων να δίνουμε 50 ευρώ. Και στις εποχές που ζούμε τέτοια χρήματα, δύσκολα βγαίνουν από το πορτοφόλι.

Νούμερο 2. Δανειστικές βιβλιοθήκες είναι λίγες. Και αυτές που υπάρχουν, από ό,τι ξέρω δεν έχουν πολλά από της τελευταίας κυκλοφορίας βιβλία.

Νούμερο 3. Καθημερινά κυκλοφορούν δεκάδες βιβλία. Τα περισσότερα δεν μας αφορούν. Από αυτά που ενδεχομένως να μας άρεσαν ποια επιλέγουμε για να αγοράσουμε ή να δανειστούμε;

Νούμερο 4. Απαντώντας το νούμερο 3, υπάρχουν δύο επιλογές. Η πρώτη είναι μαθαίνουμε για ένα βιβλίο από στόμα σε στόμα. Το διάβασε ένας φίλος, ένας γνωστός, το βλέπουμε αν το έχει και ενημερωνόμαστε. Ή καταλήγουμε στις κριτικές των εφημερίδων.

Και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Πόσες φορές δεν έτυχε να αγοράσουμε ένα βιβλίο με διθυραμβικές κριτικές και στο τέλος να κλαίμε τα λεφτά μας; Πολλές φορές. Το διαβάζεις και λες αυτό είναι που οι άλλοι χαρακτήρισαν αριστούργημα και βιβλίο που δεν πρέπει να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη; Το μετροφυλλάς, το εξετάζεις και δεν καταλαβαίνεις τι πήγε λάθος.

Τώρα, εισερχόμαστε στο μέγα ερώτημα. Κρατάτε ένα βιβλίο που δεν σας τραβά. Που πετάγεστε γραμμές αν όχι και σελίδες για να βρείτε κάτι που σας αρέσει. Με το ζόρι κρατιέστε να μην το πετάξετε. Τελικά, τι συνήθως κάνετε; Τελειώνετε το βιβλίο έστω και με το ζόρι, τουλάχιστον να μην πάνε εντελώς χαμένα τα χρήματα που δώσατε; Ή το πετάτε στη βιβλιοθήκη με την ελπίδα ότι κάποτε θα το δείτε με άλλο μάτι και θα το διαβάσετε; Ή το χαρίζετε ξέροντας πως δεν υπάρχει περίπτωση να το πάρετε ξανά στα χέρια σας;

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά


Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά
Τζόναθαν Σάφραν Φόερ
Εκδόσεις Μελάνι


Δέκα χρόνια, πάμε για έντεκα έχουν περάσει από τις επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη. Είναι άραγε μικρό χρονικό διάστημα για να μιλήσει κανείς για ένα τόσο σημαντικό συμβάν;

Το βιβλίο Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά, του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ πραγματεύεται την ιστορία του Όσκαρ ενός αγοριού δέκα χρονών που ο πατέρας του χάθηκε στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Το βιβλίο δεν είναι ιστορικό, δεν παίζει με τα γιατί και το τι προκάλεσε την τραγωδία. Δεν είναι ένα πολιτικό βιβλίο. Είναι πολύ ανθρώπινο, ζεστό γεμάτο όμορφα συναισθήματα. Η ιστορία του είναι πρωτότυπη, κάποτε αστεία και κάποτε μελαγχολική.

Είναι η ιστορία, βασικά, των παιδιών που έρχονται αντιμέτωπα με την απώλεια ενός από τους γονείς τους. Τέτοιο γεγονός δεν χωνεύεται εύκολα, δεν υπάρχουν εξηγήσεις. Όσα χρόνια και να περάσουν, δεν μπορείς να ξεπεράσεις την απώλεια. Να μάθεις να ζεις μαζί της μπορεί, να την αποδεχτείς όχι. Ίσως να είμαι απόλυτη σε αυτό που λέω, όμως δυστυχώς ξέρω από πρώτο χέρι.

Ο Όσκαρ θέλει απαντήσεις. Και δεν διστάζει να πάρει σβάρνα τους δρόμους για να τις βρει, φέρνει τη μάνα του σε απόγνωση. Πιστεύει πως ο πατέρας του, του έχει αφήσει ένα γράμμα. Γαντζώνεται από αυτή την ελπίδα και το αναζητεί. Έχει τύψεις γιατί δεν απάντησε ένα τηλεφώνημα του πατέρα του λίγο πριν πεθάνει. Ίσως αυτό να είναι το γεγονός που πυροδοτεί όλη την ένταση και τις τύψεις που νιώθει. Βαρύ φορτίο για ένα 10χρονο παιδί. Το βιβλίο είναι ένα δάκρυ, ένας λυγμός, ένα σιωπηλό πένθος για μια απώλεια.

Το συστήνω χωρίς καμία επιφύλαξη παρά το μελαγχολικό του ύφος. Άλλωστε η απώλεια είναι μέρος της ζωής μας. Καλύτερα να την αντιμετωπίζουμε όπως τον Όσκαρ παρά να θάβουμε αυτά που αισθανόμαστε και να τα αφήνουμε να θεριεύουν.

Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ είναι 36 χρονών. Κάθε βιβλίο του, χάρη στη μαεστρία με την οποία γράφει κατακτά ταχύτατα τις υψηλότερες θέσεις στις λίστες των ευπωλήτων. Δεν κουράζει, χρησιμοποιεί διάφορα λογοτεχνικά κόλπα για να εξάπτει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον. Το κυριότερο όμως δίνει ιστορίες που μιλούν στην καρδιά των αναγνωστών του.

Αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες παίζει και η ταινία που είναι βασισμένη πάνω στο βιβλίο.

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Το Δωμάτιο


Έμα Ντόναχιου
Το Δωμάτιο
Εκδόσεις Ψυχογιός

Συνήθως τα βιβλία που έρχονται με διθυραμβικές κριτικές, τα βλέπω με το μισό μου. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα βιβλίο που έμπνευσή του αποτέλεσε ένα φρικιαστικό γεγονός, όπως ο εγκλεισμός ενός παιδιού στο υπόγειο του σπιτιού του από τον αιμομίκτη πατέρα του. Όλοι θυμάστε την ιστορία του Φριτσλ στην Αυστρία, αλλά δυστυχώς και πολλές άλλες παρόμοιες.

Το Δωμάτιο της Έμα Ντόναχιου μιλά για την ιστορία του 5χρονου Τζακ. Ο Τζακ ζει με τη μαμά του φυλακισμένος στο υπόγειο ενός σπιτιού. Εκεί γεννήθηκε, εκεί ζει, εκεί μεγαλώνει. Διηγείται την καθημερινότητα του και το πώς μαθαίνει τον κόσμο.

Κάθε μέρα για τον Τζακ είναι ξεχωριστή. Η μαμά του έχει στήσει ένα φανταστικό κόσμο γεμάτο αγάπη. Το παραμικρό μετατρέπεται σε παιχνίδι, ακόμη και σε ένα μικρό δωμάτιο, πάντα υπάρχουν εκπλήξεις. Η γλάστρα που την ταΐζουν φαγητό, ο αυγοφίδης που είναι καμωμένος από τα τσόφλια των αυγών που τρώνε, η παλιά μοκέτα. Ακόμη και η Ντουλάπα που ο Τζακ κοιμάται τα βράδια, όταν έρχεται ο απαγωγέας και βιάζει τη μαμά, είναι για τον 5χρονο μια ξεχωριστή γωνιά. Ο Τζακ κλείνεται στην Ντουλάπα, καθώς έχει συμφωνήσει με τη μητέρα του να μη δει ποτέ το πρόσωπό του ο απαγωγέας και βιαστής πατέρας του.

Είναι απίστευτο το πώς η Μαμά παρουσιάζει τον κόσμο στον Τζακ και τον προετοιμάζει για τη μεγάλη απόδραση. Ο απαγωγέας, για παράδειγμα είναι ο σαταΝίκ (μετάφραση του αγγλικού όρου Old Nick ο διάβολος δηλαδή), που φέρνει μόνο το απαραίτητα σε μαμά και παιδί για να ζήσουν. Αν και η μαμά δεν αφήνει ποτέ τον μικρό να δει το σαταΝίκ, τα ψώνια και ό,τι άλλο τους δίνει είναι το Κυριακάτικο Δώρο. Κάτι που περιμένουν με πολλή ανυπομονησία.

Το βιβλίο διαβάζεται πολύ εύκολα με μια αναπνοή. Θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω, αγωνιάς για τον Τζακ και τη μαμά του. Προς το τέλος πλατιάζει λίγο, αλλά ποτέ σε σημείο που να το βαρεθείς.

Με ένα τόσο σκοτεινό θέμα, είναι ένα φωτεινό βιβλίο. Βγάζει απίστευτα συναισθήματα, ζεστά όμορφα. Σε κάνει να νιώθεις πιο δυνατός ως άνθρωπο. Δεν ξέρω αν θα μου άρεσε το ίδιο, αν το διάβαζα πριν αποκτήσω παιδιά. Τώρα όμως διαβάζοντάς το έλεγα θέλω να είμαι το ίδιο δυνατή μάνα για τα παιδιά μου, θέλω να μπορώ να τους χαρίζω χαρά και γέλιο κάτω από οποιεσδήποτε καταστάσεις. Είναι μια ιστορία εξυψωτική, που σε συγκινεί και που σε καμία περίπτωση δεν γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Όταν ο ποιητής παίρνει το όπλο του




Τι συμβαίνει όταν ένας ποιητής παίρνει το όπλο του (τους στίχους και τη φαντασία του) και βγαίνει στους δρόμους της πόλης προκειμένου να συγκεντρώσει υλικό για την παθολογία της χώρας; Μπορεί η ποίηση στις ημέρες μας, που δυσκολεύουν κάθε τόσο και περισσότερο, να επιστρέψει σε κάποιο είδος στράτευσης, να απομακρυνθεί από τον στενό χώρο του εργαστηρίου της και να αντικρίσει ξανά τον κόσμο σε σφαιρική μορφή;
Με τις δύο καινούργιες ποιητικές συλλογές του, που κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα, ο Νάνος Βαλαωρίτης μοιάζει να δίνει μια σαφή απάντηση: η ποίηση όχι μόνο μπορεί, αλλά και οφείλει σε εποχές όπως η σημερινή να αναλογίζεται τις ευθύνες της και να αναλαμβάνει δράση. Φυσικά, ο ποιητής δεν γίνεται να καταλήξει στην μπροσούρα ούτε στην εύκολη καταγγελία: έχει ως καλλιτέχνης τον τρόπο να επεξεργαστεί τις εικόνες του και να μιλήσει για όσα βλέπει να συμβαίνουν τριγύρω του με τη γλώσσα της υποβολής, της μεταφοράς και του υπαινιγμού, αλλά και της ειρωνείας, του χλευασμού ή της μαύρης κωμωδίας.
Και στα δύο βιβλία του, Ουρανός χρώμα βανίλιας, εκδόσεις Άγκυρα, σελ. 108, και Χρίσματα, εκδόσεις Κοινωνία των [δε]κάτων, σελ. 119), ο Βαλαωρίτης εξοργίζεται με το τέλμα στο οποίο έχει περιπέσει ο νεοελληνικός βίος. Πυρπολώντας τα δάση της, εξαπατώντας τους ανθρώπους της με ένα χρήμα το οποίο δεν τους ανήκε και αποθαρρύνοντας κάθε δημιουργική πρωτοβουλία, η Ελλάδα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της όλα τα προηγούμενα χρόνια για να φτάσει στην κρίση και να οδηγηθεί στο χείλος της καταστροφής. Ο Βαλαωρίτης δεν έχει να προτείνει λύσεις, δείχνει, όμως, με τα ποιήματά του πόσο βαρύ είναι το τίμημα που καλούμαστε να πληρώσουμε για τον χρόνιο ατομικισμό μας.

Διαλέγοντας τη σύντομη, τετράστιχη στροφή και καταφεύγοντας κατά τόπους στην ομοιοκαταληξία, ο Βαλαωρίτης αποβάλλει ευθύς εξαρχής το οποιοδήποτε διδακτικό ύφος, βάζει πριν απ' όλους στο στόχαστρο τον εαυτό του και κατορθώνει να εικονογραφήσει τον σκοτεινό αθηναϊκό του περίγυρο χωρίς να γίνει δηλητηριώδης και χωρίς να χάσει το κέφι του. Μήνυμα αισιοδοξίας από έναν ποιητή ο οποίος έχει το σθένος και την παρρησία να γράφει:

«Δεν είμαι από αυτούς
που τους θάβουν εύκολα
έστω ακόμα κι εν ζωή όπου
πολλοί άθαφτοι κυκλοφορούν
στους δρόμους και στα σπίτια.

Από αυτό το άκρον άωτον
του ποιητικού μας λόγου εξέχει
από μνήμα πρόσφατο ρηχό
ένα χέρι που κρατάει ένα μολύβι
κι από νεκρούς και ζωντανούς
εξίσου το μισθό του διεκδικεί».

Πηγή: Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Οι λέξεις που ξεχάσαμε


Οι λέξεις που ξεχάσαμεΝίκος Σαραντάκος
Εκδόσεις του εικοστού πρώτου

Βρήκα αυτό το κείμενο στα Νέα. Είναι παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Σαραντάκου για λέξεις που δεν χρησιμοποιούμε, που σχεδόν ξεχάσαμε. Μου άρεσε η παρουσίαση παράγγειλα το βιβλίο. Μέχρι να κάνω κριτική παραθέτω το ρεπορτάζ της εφημερίδας.

Υπάρχουν λέξεις πάντοτε χρήσιμες και επίκαιρες, λίγο όμως παλιωμένες, με αποτέλεσμα να λείπουν από τα λεξικά. Μια τέτοια λέξη είναι ο ποσαπαίρνης, «ημέτερος» δηλαδή με διάφορες αργομισθίες που επιβαρύνουν το δημόσιο ταμείο. Τον περιλαμβάνει σε στίχο του ο Παλαμάς, τον περιλαμβάνει και ο Σουρής, είχε δε ιδιαίτερο σουξέ επί Τρικούπη.

Υπάρχουν και λέξεις πιο αθώες, που τις τραγουδάμε όλοι χωρίς να ξέρουμε τι σημαίνουν, όπως το καραντί, που ήταν να μπατάρει το καράβι του ποιητή της θάλασσας, του Νίκου Καββαδία. Καραντί είναι η φουσκοθαλασσιά που συνεχίζεται και μετά την πτώση των ανέμων, η κουφοθάλασσα. Ούτε αυτή υπάρχει στα νεότερα λεξικά.

Οπως δεν υπάρχουν το κασαβέτι, η γράνα (που χρησιμοποίησε αιφνιδιαστικά σε ομιλία του ο Βύρων Πολύδωρας το 2007 και συζητήθηκε), το μακάμι, ο μαλάθρακας, η αντράλα, ο παϊτέρης, το μπαγιόκο, ο καρύτζαφλος, ο καλιοντζής, ο ζαμπούνης, ο συρμακέζης, η σουβάλα, η τραβάγια και πολλές άλλες.

Με 366 από αυτές, όσες και οι ημέρες του χρόνου το 2012, έφτιαξε βιβλίο ο γνωστός συγγραφέας και ερευνητής της γλώσσας - μεταφραστής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το επάγγελμά του - Νίκος Σαραντάκος. Το βιβλίο λέγεται «Λέξεις που χάνονται» και κάθε λήμμα συνοδεύεται από ένα ενδιαφέρον ταξίδι στην Ιστορία, την ετυμολογία και τη λογοτεχνική χρήση της λέξης. Το 75% των λέξεων αυτών είναι δάνεια ή αντιδάνεια και, όπως λέει ο συγγραφέας, «ο γλωσσικός δανεισμός είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά φαινόμενα» που, «σε αντίθεση με τον οικονομικό υπερδανεισμό, δεν καθηλώνει αλλά αναζωογονεί - δείτε την αγγλική, η οποία χάρη στον εύκολο δανεισμό από παντού απέκτησε το πλουσιότερο λεξιλόγιο από όλες τις σύγχρονες γλώσσες».

Ο Νίκος Σαραντάκος επέλεξε λέξεις που να μην καταχωρίζονται στα πιο δημοφιλή νεότερα λεξικά, όχι όμως αρχαίες ή μεσαιωνικές λέξεις που χάθηκαν από αιώνες, αλλά λέξεις που ακούγονται ακόμα ή ακούγονταν μέχρι τον 20ό αιώνα. Παράδειγμα το ζνίχι - η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από ζν! Είναι το πίσω μέρος του λαιμού, ο σβέρκος, ο αυχένας. Ισως ετυμολογείται από το ινίον (άγνωστο όμως με ποια διαδρομή). Πάντως το βυζαντινό λεξικό Σούδα έχει ζινίχιον το λουρί του υποδήματος. Σλαβική αρχή δεν μπορεί να αποκλειστεί. Εμφανίζεται σε πολλές παροιμίες, π.χ. «το φιλότιμο μαυρίζει το ζνίχι» (επειδή ο φιλότιμος υποχωρεί), ενώ διάσημος είναι ο στίχος της «Ζούγκλας» του Βάρναλη, όπου ο ποιητής σαν αιλουροειδές ποθεί να χώσει νύχι και δόντι «στο κρουστό σου ζνίχι το μαυριδερό».

Σε πολλές περιπτώσεις όπως επισημαίνει ο Σαραντάκος, μια λέξη καλώς δεν περιλαμβάνεται στα λεξικά. Αλλού όμως θεωρεί ότι θα έπρεπε να περιλαμβάνεται. «Πιστεύω ότι η λεξικογραφία μας πράγματι περιφρονεί ελαφρώς τις λαϊκές και καθημερινές λέξεις. Είναι κι αυτό, θαρρώ, απόρροια της αντίληψης ότι η νέα γλώσσα είναι τάχα παρακατιανή και ωχριά μπροστά στα αρχαία ελληνικά. Είναι επίσης συνέπεια του ότι οι λαϊκές λέξεις λεξικογραφούνταν δυσκολότερα», λέει.

Πηγή: Τα Νέα

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου


Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου
Χαρούκι Μουρακάμι
Εκδόσεις Ωκεανίδα

Σε αυτό το βιβλίο του ο πολύ αγαπημένος Χαρούκι Μουρακάμι βάζει τις ανθρώπινες σχέσεις κυρίως ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες στο μικροσκόπιο. Είναι γραμμένο με πολλή δόση ρομαντισμού, που δεν υπάρχει στα υπόλοιπα του βιβλία, απλό στο γράψιμο με όμορφες σκηνές. Όσον αφορά τον τρόπο γραφής, θα έλεγα ότι δεν είναι από τα αντιπροσωπευτικά του Ιάπωνα συγγραφέα, ωστόσο αυτό δεν ξενίζει καθόλου.
Ο Μουρακάμι, διάβασα κάπου, καταπιάνεται στα βιβλία του με όλα τα θέματα που απασχολούν το σημερινό άνθρωπο, την ευτυχία, τον έρωτα, τη μοναξιά, την απομόνωση στις πόλεις, την αυτογνωσία, τον πόλεμο καί όλα αυτά με έναν τρόπο απατηλά απλό. Όμως τα βιβλία του, μόνο απλά ή απλοϊκά δεν είναι.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Χατζίμε. Όταν ήταν παιδί ήταν ερωτευμένος με τη συμμαθήτριά του τη Σιμαμότο. Ωστόσο πριν γίνει οτιδήποτε, η Σιμαμότο αναγκάστηκε να μετακομίσει.
Ο Χατζίμε τέλειωσε το σχολείο πήγε πανεπιστήμιο, παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια. Είναι ευτυχισμένος και έχει μια στρωτή ζωή. Με τη βοήθεια του πεθερού του, ναι ναι ακούγεται πολύ κυπριακό τούτο, αλλά και στην άλλη άκρη της γης οι πεθεροί τα βρίσκουν με τους γαμπρούδες τους, προκειμένου να είναι οι κόρες τους ευτυχισμένες, ανοίγει ένα τζαζ μπαρ στο Τόκιο.

Όλα κυλούν όμορφα, ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στο μπαρ η Σιμαμότο. Κλασσική αντρική ιστορία. Υπήρχε ποτέ περίπτωση μια γυναίκα να αναστατωθεί και να βάλει σε κίνδυνο την οικογένεια της, επειδή εμφανίστηκε η αγάπη της από το σχολείο; Με καμία περίπτωση. Αλλά ο αντρικός κόσμος είναι ο κόσμος των εμμονών και των λεπτομερειών και ο Χατζίμε δεν αποτελεί εξαίρεση.
Τον λυπήθηκα η αλήθεια τον Χατζίμε αλλά από την άλλη δεν μπόρεσα να σκεφτώ ότι τα ήθελε ο κώλος του τις ταλαιπωρίες. Κύριος από τη στιγμή που έχεις οικογένεια, παιδιά και είσαι ευτυχισμένος τι κάθεσαι και σκαλίζεις στο παρελθόν; Γιατί να θέλεις να τα τινάξεις όλα στον αέρα για μια ψευδαίσθηση;
Η ιστορία του βιβλίου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινότυπη, αλλά ο Μουρακάμι την απογειώνει σε ένα συναρπαστικό αφήγημα για τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι μια ιστορία από αυτές που ακούμε καθημερινά, γραμμένη όμως με τρόπο που μέχρι την τελευταία σελίδα σε καθηλώνει και σε κάνει να θέλεις να δει τι θα γίνει παρακάτω.
Επίσης, το βιβλίο είναι γεμάτο με μουσική. Ως ιδιοκτήτης ενός τζαζ μπαρ ο Χατζίμε βουλιάζει καθημερινά στις νότες. Εξού και ο τίτλος του βιβλίου, είναι ένα τραγούδι.

Οι κριτικές που διάβασα για το βιβλίο είναι διχασμένες. Οι μισές το εξυμνούν, λέγοντας ότι είναι αριστούργημα μια ελεγεία πάνω στον έρωτα και το σαρκικό πόθο. Οι άλλες μισές εκφράζουν απογοήτευση, χαρακτηρίζοντας το ρομάντζο καθημερινής χρήσεως. Πάντως, όλοι συμφωνούν στον αριστουργηματικό τρόπο γραφής του Χαρούκι Μουρακάμι.

Ο Μουρακάμι, γράφει για όλα εκείνα που πιστέψαμε πως συνιστούν αυτό που λέμε «εαυτός μας», αλλά που βλέπουμε τα ίχνη τους σταδιακά να σβήνουν καθώς ο χρόνος κυλά. «Πάντα χάνεις κάτι ενώ μεγαλώνεις» είναι η φράση που λέει στον Χατζίμε η σύζυγός του, υπενθυμίζοντάς του πως δεν είναι ο μόνος που άφησε πίσω το νεανικό όνειρό του.

Μην ανησυχείτε, δεν σας αποκάλυψα το τέλος, υπάρχουν ανατροπές και όσοι το διαβάσουν θα νιώσουν ότι τους άφησε κάτι, ακόμη και αν δεν συμφωνούν με τον Χατζίμε.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

E-book vs παραδοσιακό




Ο Νίκος Μπακουνάκης στο Βήμα της Κυριακής έγραψε ένα άρθρο με τίτλο Δαβίδ vs Γολιάθ για τη μάχη που δίνει το παραδοσιακό βιβλίο εναντίον του e-book. Πήρε αφορμή τον αγώνα επιβίωσης της ιστορικής αλυσίδας «φυσικών» βιβλιοπωλείων Barnes and Noble, απέναντι στην Amazon του Τζεφ Μπέζος, που έχει πάρει φόρα με τα e-books που πουλά. Όπως έγραψε «η επιβίωση της ιστορικής αλυσίδας στις ΗΠΑ έχει και συμβολικό χαρακτήρα για όλον τον κόσμο, καθώς το παραδοσιακό βιβλιοπωλείο πλήττεται παντού και στην Ευρώπη και θεωρείται ο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα του βιβλίου».

Εγώ διαβάζω παραδοσιακά βιβλία. Περνώντας τουλάχιστον ένα δεκάωρο την ημέρα μπροστά από μια οθόνη, δεν μπορώ να ξεκουραστώ διαβάζοντας βιβλία σε ένα  e-book reader. Εξάλλου, ανήκω στην τελευταία ίσως γενιά που μεγάλωσε με το χαρτί. Εγώ και οι φίλοι μου δανείζουμε ο ένας του άλλου παραδοσιακά βιβλία. Για τους νεότερους που είναι συνέχεια με το κινητό στο χέρι ή μπροστά από το computer ενδεχομένως να έρχεται πιο φυσικό το e-book.
Τα επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές είναι πολλά, όπως και τα συμφέροντα. Ο Μπακουνάκης υποστηρίζει πως η μάχη του Barnes and Noble δεν είναι καθαρά επιχειρηματική. Είναι και πολιτιστική.

Τα σχόλια που ανάρτησαν άνθρωποι που διάβασαν το άρθρο του, ήταν τα περισσότερο επικριτικά. Του έγραψαν ότι η ζωή προχωρεί, πως έτσι είναι η τεχνολογία και πως είναι μάταιο να κάθεται να κλαίει το βιβλίο. Οι ιστορίες, η ανάγνωση δεν χάνεται απλά διαφοροποιείται. Όπως, για παράδειγμα άλλαξε ο τρόπος που επικοινωνούμε, έτσι άλλαξε και ο τρόπος που διαβάζουμε.

Θα μου πάρει χρόνο μέχρι να αποφασίσω να ακολουθήσω εντελώς το e-book. Υποψιάζομαι, μέχρι να το κάνω θα έχω αποκτήσει πρεσβυωπία και θα κρατώ το iPad σε απόσταση μισού μέτρου από τα μάτια μου για να διαβάζω…  Μου αρέσει το παραδοσιακό βιβλίο. Μου αρέσει να μετροφυλώ το χαρτί, να γράφω σημειώσεις στο πλάι. Είναι θέμα γούστου είπαμε.

Θα ήθελα όμως να δω και τη δική σας άποψη για το πώς διαβάζετε. Μετακομίσατε ηλεκτρονικά ή επιμένετε παραδοσιακά; Το βρίσκετε τρομερό σε κάποια φάση να μην υπάρχουν βιβλία όπως τα ξέρουμε σήμερα ή απλά η ζωή συνεχίζεται;

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Μαμά, Μπαμπά δε με κοιτάξατε και χάθηκα



Παρουσίαση βιβλίου
Μαμά, Μπαμπά δε με κοιτάξατε και χάθηκα της Αγγελικής Μπολουδάκη
Εκδόσεις Αραξοβόλι
Το βιβλίο Μαμά, Μπαμπά δε με κοιτάξατε και χάθηκα της Αγγελικής Μπολουδάκη, Ειδικού Ψυχικής Υγείας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
Αραξοβόλι.
Απευθύνεται σε γονείς που επιθυμούν να διερευνήσουν πώς τα μηνύματά τους διαπερνούν τον ψυχισμό των παιδιών τους, μορφοποιούν την εικόνα τους και υφαίνουν την προσωπικότητά τους και σε όσους νοσταλγικά επιστρέφουν στην παιδική τους ηλικία, για να αναζητήσουν απαντήσεις στους γρίφους τους, που περιμένουν καρτερικά να γίνουν εικόνες γεμάτες με σύμβολα, άρωμα και ζωή.

Το βιβλίο εστιάζεται επίσης στις δύσκολες σελίδες της παιδικής ηλικίας ενός γονιού που διαμορφώνουν ένα ψυχισμό ευάλωτο, ο οποίος αναπαράγει τις συμπεριφορές που υπέστη. Ένας φαύλος κύκλος επανάληψης κάνουν το βιβλίο της ζωής του δυσανάγνωστο με τα τραύματα ανοιχτά να γυρεύουν ίαση μέσα από ερωτηματικά, διλλήματα, φόβους, ανασφάλειες, που τον στοιχειώνουν και τον κρατούν έγκλειστο τους.

Η μόνη διέξοδος είναι η επαφή με την αλήθεια, ο αποχαιρετισμός σε ό,τι έκλεισε τον κύκλο του, η αποδοχή ενός εαυτού που απομακρύνεται από λάθος μηνύματα που τον προσδιόρισαν και το καλωσόρισμα ενός καθρέφτη που απεικονίζει ένα πρόσωπο τυλιγμένο με το χάδι της ζωής, το οποίο αγκαλιάζει το δικό του παιδί αγαπώντας το.

Να σημειωθεί ότι πρόκειται για παρουσίαση και όχι κριτική βιβλίου. 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Το Αστείο


Το Αστείο
Μίλαν Κούντερα
Εκδόσεις Εστία

Τον Μίλαν Κούντερα τον αγαπώ. Αυτό για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα από την αρχή, για να μην με κατηγορήσει κανένας για έλλειψη αμεροληψίας.
Βλέποντας όλο τον ντόρο με τους ανθρώπους που τάχα μου κατηγορούν τον πρόεδρο Χριστόφια θυμήθηκα ένα από τα βιβλία του, Το Αστείο.
Ο Μίλαν Κούντερα γεννήθηκε στην Τσεχία, τα τελευταία χρόνια όμως ζει στη Γαλλία. Το Αστείο ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα και το έγραψε λίγο πριν από την Άνοιξη της Πράγας. Είναι η ιστορία του Λούτβιχ Γιαχν, ενός φοιτητή που ένα βράδυ στέλλει για πλάκα μια κάρτα στη φίλη του γράφοντάς της: «Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού. Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία. Ζήτω ο Τρότσκι».
Η φίλη του δεν καταλαβαίνει το αστείο. Θεωρεί πως προδίδονται τα κομμουνιστικά ιδεώδη και τον καρφώνει. Στη συνέχεια ο Λούτβιχ διαγράφηκε από το κόμμα, αποβλήθηκε από το πανεπιστήμιο, κατατάγηκε στο στρατό σε τάγμα «τιμωρημένων» και υπηρέτησε τη θητεία του δουλεύοντας στα ορυχεία, στα οποία παρέμεινε «εθελοντικά» άλλα τρία χρόνια.
Διαβάζοντας το αν και γράφτηκε πριν από σαράντα χρόνια, δεν μπορείς να σκεφτείς παρά πόσο επίκαιρο είναι. Είναι λες και έχει γραφτεί σήμερα, για το σήμερα. Ο τυφλός «πατριωτισμός», ο ζήλος για το κόμμα, οι ελευθερίες που χάνονται στο όνομα τάχα ενός μεγάλου ιδανικού, δεν ήταν φαινόμενα επί εποχής Κούντερα μόνο. Δυστυχώς τα ζούμε σε μια διαφορετική τους εκδοχή και σήμερα.
Ο τρόπος γραφής του είναι μοναδικός. Η ειρωνεία άλλοτε κρυφή, άλλοτε φανερή είναι διάχυτη παντού. Αν και τότε ζούσε στην Τσεχία, ο Μίλαν Κούντερα δεν διστάζει να σατιρίζει τα όσα έβλεπε να γίνονται. Πικρό χιούμορ, αυτοσαρκασμός, μικρές και μεγάλες αλήθειες σε κάθε σελίδα του βιβλίου, που αποτελεί μια ηχηρή καταγγελία του σοβιετικού σοσιαλιστικού μοντέλου και του κάθε μοντέλου που βάζει πάνω από τον άνθρωπο την ιδεολογία.
Η πορεία ζωής του Λούτβιχ θα είχε διαφορετική κατάληξη αν δεν έστελλε εκείνη την κάρτα. Η ζωή μας όμως, όπως εύστοχα λέει στην Αβάστακτη Ελαφρότητα του Είναι, δεν κρίνεται από τα αν, αλλά από τις επιλογές που κάνουμε κάθε λεπτό. Ο Λούτβιχ βρέθηκε από ένα αστείο στα ορυχεία και βλέπει τη ζωή του να ρημάζει. Ανήμπορος να αντιδράσει, ανήμπορος να τα βάλει με το πανίσχυρο σύστημα. Στο τέλος θα βρει τα πόδια του και θα είναι ευτυχισμένος.
Υπάρχουν και άλλοι ήρωες στο βιβλίο. Είναι η Λουτσία, η Ελένα, ο Γιάροσλαβ, οι σύντροφοι του Λούτβιχ στο στρατόπεδο. Ο καθένας κουβαλά τη δική του προσωπική ιστορία, τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο. Όλοι είναι σημαντικοί και προσθέτουν κάτι στη μαγεία του βιβλίου. Άλλωστε αποτελεί χαρακτηριστικό του Κούντερα, να κτίζει τις αφηγήσεις του κομμάτακι, κομματάκι, συναίσθημα με συναίσθημα, ειρωνεία με ειρωνεία.
Θα το διαβάσετε μονορούφι. Και δεν θα μπορέσετε να μην σκεφτείτε πόσο μα πόσο σύγχρονο είναι.
Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία, με την πολύ καλή μετάφραση και επιμέλεια του Γιάννη Χάρη.

Λυπάμαι το βιβλίο δεν δανείζεται..

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

200 χρόνια από τη γέννηση του Τσαρλς Ντίκενς




Ήταν ένας δεξιοτέχνης της γραφής που ασχολήθηκε με κάθε μορφή γραπτού λόγου, που ανάστησε μια ολόκληρη εποχή πάνω στην κοινωνική της μεταστροφή, που άφησε αξέχαστους χαρακτήρες και που η επιτυχία και ο επαγγελματισμός του αποτελούν τα ζητούμενα για κάθε συγγραφέα. Στις 7 Φεβρουαρίου συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννησή του. Ο άγγλος συγγραφέας Τσαρλς Ντίκενς κέρδισε λεφτά, αφουγκραζόταν το κοινό του, έδινε ακριβοπληρωμένες ομιλίες, συνήθειες σημερινές ενός pop idol - του πρώτου ίσως που εμφανίστηκε ποτέ.
Ο Τσαρλς Ντίκενς γεννήθηκε στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας στις 7 Φεβρουαρίου του 1812. Ο πατέρας, δημόσιος υπάλληλος του Ναυτικού (ο Μικόμπερ στον «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ»), έβαζε τον μικρό Τσαρλς πάνω στο τραπέζι να τραγουδάει και να λέει ιστορίες για να διασκεδάζουν οι άλλοι υπάλληλοι στο γραφείο του. Μεγαλώνοντας ο μικρός αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά σε ένα εργοστάσιο βερνικιών για να ξεπληρώσει τα χρέη του πατέρα όταν εκείνος βρέθηκε στη φυλακή. Γι' αυτό και καθυστέρησε να τελειώσει το σχολείο του. Η ταραχώδης ζωή του Ντίκενς αποτέλεσε το βασικό μυθοπλαστικό υλικό των έργων του, ειδικά στον «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ».
Από έφηβος ήδη ο Τσαρλς έγραφε συνειδητά και ακατάπαυστα. Στα δεκάξι του δούλεψε ως δημοσιογράφος καλύπτοντας δίκες, στα είκοσι ήταν πολιτικός συντάκτης και με το όνομα Μποζ άρχισε να δημοσιεύει στα «Χρονικά» κείμενα εμπνευσμένα από την καθημερινή ζωή του Λονδίνου. Το 1836, δημοσιεύει σε συνέχειες το πρώτο του βιβλίου, «Τα χαρτιά του Πίκγουικ», και αρχίζει να βγάζει αρκετά χρήματα ώστε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο. Ανάμεσα στο 1838 και το 1839 έγραψε τον «Ολιβερ Τουίστ» και τον «Νίκολας Νίκλεμπι».
Πληθωρικός χαρακτήρας, είχε τον αυθορμητισμό ενός παιδιού και τις αδυναμίες ενός μεγάλου. Οταν πέθανε το 1870, θάφτηκε με τιμές στο Αβαείο του Γουέστμινστερ όπου χαράχτηκε η επιγραφή: «Αγαπούσε τους φτωχούς, τους πονεμένους και τους καταπιεσμένους με τον θάνατό του, χάθηκε από τον κόσμο ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Αγγλίας».
Το 1836 ο Ντίκενς παντρεύτηκε, σε ηλικία 24 ετών, την Κάθριν Χόγκαρθ στο Τσέλσι, που ήταν τότε ένα χωριό νότια του Λονδίνου. Την ίδια χρονιά άρχισε να γράφει για τέσσερις εκδότες, και να πλουτίζει. Πόση διαφορά με τρία χρόνια πριν, όταν δούλευε για το περιοδικό «The Monthly» χωρίς να πληρώνεται... Ετσι, παρά τα δύσκολα οικονομικά χρόνια που είχαν προηγηθεί, δεν θα ήταν ποτέ ξανά φτωχός, αν και κάποιες στιγμές διακινδύνεψε γιατί αρκετοί άνθρωποι εξαρτιόνταν από αυτόν. Εβγαζε λεφτά από παντού ώσπου να πεθάνει, οι δημόσιες αναγνώσεις του ήταν πανάκριβες, ενώ η δεύτερη αμερικανική περιοδεία του τού πρόσθεσε 20.000 λίρες που, όπως υπολογίζει η βιογράφος, άξιζαν 1,4 εκατομμύρια με σημερινή αξία. Όταν έπαιρνε μια προκαταβολή 6.000 λιρών αντιστοιχούσε σε 420.000 λίρες Αγγλίας σημερινές.
Έπινε πάρα πολύ,  αν και όχι σε επίπεδο αλκοολισμού, και κουβαλούσε ως συγγραφέας έναν μύθο που έφθανε σε ανεκδοτολογικά επίπεδα. Ήθελε να κάνει πολλά μαζί και ασταμάτητα. Χαρισματικός, γοητευτικός, αλτρουιστής, περίπλοκος, ακούραστος. Ποιος άλλος θα έγραφε ταυτόχρονα δύο μυθιστορήματα;
Παράλληλα με τον γάμο του διατηρούσε σχέση με τη νεαρή ηθοποιό Νέλι Τέρμαν. Εκείνος ήταν 45 ετών και αυτή μόλις 18 όταν την ερωτεύτηκε. Χρόνια απογοητευμένος από τον γάμο του, ο Ντίκενς, ο οποίος είχε δέκα παιδιά, χώρισε την Κάθριν ταπεινώνοντάς την με τον χειρότερο τρόπο. Την έβρισκε χοντρή και βαρετή. Πρώτα έβαλε εργάτες να χωρίσουν την κρεβατοκάμαρά τους και αργότερα σχεδόν την έδιωξε από το σπίτι ισχυριζόμενος ότι ακόμη και τα παιδιά τη βαριόνταν. Μάλιστα, τον χωρισμό του τον ανάγγειλε στο περιοδικό «Household Words» που ο ίδιος εξέδιδε. Και όταν έκαψε τα γράμματα με την Κάθριν στην αυλή του σπιτιού του, έπεσε με τα μούτρα στις «Μεγάλες προσδοκίες».
Συνέχισε να έχει σχέση με τη Νέλι, την οποία σπίτωνε κάθε φορά σε διαφορετικά σπίτια στα περίχωρα του Λονδίνου και όλο αυτό με μεγάλη μυστικότητα. Μάλλον προέκυψε και ένα βρέφος που δεν πρόλαβε να ζήσει. Σε μια βικτωριανή Αγγλία ένα τέτοιο μυστικό τού δημιουργούσε τρομερό άγχος, αφού ήταν διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας. Καθώς όμως πλησίαζε τα 50 είχε αρχίσει να καταρρέει και υπέφερε από πολλές σωματικές αρρώστιες. Την κατάστασή του επιβάρυναν όχι μόνον το κάπνισμα, αλλά και οι αδιάκοπες δημόσιες περιοδείες. Ήταν τόσο αδύνατος που μερικές φορές χρειαζόταν βοήθεια για να ανεβεί στη σκηνή.
Αν αυτό επέσπευσε τον θάνατό του, σίγουρα φούσκωσε και τους λογαριασμούς του. «Σκέψου», έλεγε στον μάνατζέρ του, «190 λίρες τη βραδιά» (14.000 λίρες σημερινές). Πέθανε όμως στα 58 του αφήνοντας μισοτελειωμένο το μυθιστόρημα «Το μυστήριο του Εντουιν Ντρουντ».
Πηγή: Τα Νέα

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Δικαιοσύνη, τι είναι το σωστό;

Δικαιοσύνη, τι είναι το σωστό; Του Michael J. Sandel Εκδόσεις Πόλις Ο Μάικλ Σαντέλ είναι από τους πιο δημοφιλείς καθηγητές στο Χάρβαρντ. Όπου πάει οι διαλέξεις του γίνονται πόλος έλξης από εκατοντάδες φοιτητές και όχι μόνο που θέλουν να ακούσουν τι έχει να πει σε θέματα πολιτικής φιλοσοφίας. Στην Ασία έγραψε ο Thomas Friedman στους New York Times, θεωρείται σαν ροκ σταρ. Το τελευταίο του βιβλίο, Δικαιοσύνη, τι είναι το σωστό έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Κάτι που δεν συμβαίνει συχνά με τέτοιου είδους βιβλία.

Γιατί; Ας φανταστούμε έναν οδηγό φορτηγού που κατευθύνεται με ταχύτητα προς το μέρος πέντε πεζών, οι οποίοι νομοτελειακά θα χάσουν τη ζωή τους. Στη διασταύρωση έχει τη δυνατότητα να στρίψει σε έναν παράδρομο, στον οποίο όμως βρίσκεται ένας άλλος πεζός. Οι περισσότεροι, υιοθετώντας τη λογική του ωφελιμισμού, που αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη ως εξασφάλιση του μέγιστου αγαθού για την πλειοψηφία, θα επέλεγαν τη λύση της παράκαμψης. Ας φανταστούμε τώρα ότι, στη γέφυρα που περνάει πάνω από τον αυτοκινητόδρομο, κάποιος στέκεται δίπλα σε έναν υπέρβαρο. Η πτώση του τελευταίου από τη γέφυρα θα μπορούσε να σταματήσει το φορτηγό. Οι περισσότεροι θα εξέφραζαν τις ηθικές τους ενστάσεις σε αυτό το σενάριο, που αντιβαίνει στην έννοια της δικαιοσύνης ως σεβασμού της ελευθερίας και των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αν όμως, και στις δύο περιπτώσεις, μία ανθρώπινη ζωή θυσιάζεται για να σωθούν πέντε, γιατί η δεύτερη περίπτωση είναι «λάθος»;

 Κάπως έτσι προβληματίζει ο Μάικλ Σαντέλ τους φοιτητές του. Από τη μια τους διδάσκει και από την άλλη δεν τους αφήνει απλά να μελετούν για να πάρουν βαθμούς. Τους βομβαρδίζει με διλλήματα και τους αναγκάζει να πάρουν θέση.

Το βιβλίο του, Δικαιοσύνη, τι είναι το σωστό πραγματεύεται διάφορες θεωρίες πολιτικής φιλοσοφίας, πολιτικής επιστήμης και οικονομίας. Είναι γραμμένο επεξηγηματικά, με απλό και κατανοητό τρόπο. Διαβάζοντας το, ένιωθα ότι τον είχα απέναντί μου να μου μιλά. Βήμα βήμα σου δίνει να καταλάβεις για ποιο πράγμα αναφέρεται. Ακόμη και να μην έχεις ιδέα, στο τέλος θα έχεις κατανοήσει αρκετά πράματα.

Δεν είναι εύκολο βιβλίο με την έννοια ότι δεν διαβάζεται για ξεκούραση. Μαθαίνεις από αυτό. Σε αναγκάζει να δεις διάφορα γεγονότα, από νέες οπτικές γωνίες.

 Υπάρχουν σωστές και λάθος αποφάσεις; Πότε το ατομικό καλό είναι πάνω από το ομαδικό ή το αντίθετο; Πόσο σημαντικές είναι οι προσωπικές μας επιθυμίες και μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε για να τις ικανοποιήσουμε; Ο Μάικλ Σαντέλ συζητά για όλα αυτά. Για την παγκοσμιοποίηση, τις μοντέρνες κοινωνίες και το πώς ζούμε. Ελάχιστα πράγματα στη ζωή μας είναι απλά και καθαρά. Οι επιλογές που κάνουμε καθημερινά είναι πολλές. Πολλές φορές ενεργούμε στα γρήγορα, χωρίς να ξέρουμε γιατί. Πάντα όμως υπάρχει ένα γιατί. Ο διάσημος καθηγητής μας βοηθά να το βρούμε.

Μαζί με το βιβλίο πάρτε και ένα μολύβι. Καλό θα είναι να υπογραμμίζετε αυτά που σας κινούν το ενδιαφέρον. Στο τέλος θα ανακαλύψετε ότι έχετε μαυρίσει μεγάλο μέρος του βιβλίου.

 Το βιβλίο δανείζεται, αλλά απαγορεύονται οι υπογραμμίσεις...

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Η εποχή της στάχτης


Η εποχή της στάχτης
Συγγραφέας: Χόρχε Βόλπι
Εκδότης: Ωκεανίδα

Είναι ένα βιβλίο που το διάβασα μέσα σε τρεις νύχτες. Ενδιαφέρον, καλογραμμένο και μεγάλο αφού ξεπερνά τις 600 σελίδες.

Πρόκειται για τις ιστορίες τριών γυναικών, σε τρεις διαφορετικές εποχές, που όμως με κάποιο τρόπο διασταυρώνονται. Η πρώτη ιστορία αφορά την Σοβιετική βιολόγος Ιρίνα Γκράνινα. Ο άντρας της επίσης επιστήμονας από τον απόλυτο ξεπεσμό βρίσκει τον τρόπο να ανέβει και πάλι. Στο μέσο η αποξενωμένη κόρη της. Μια οικογένεια που κατάρρευσε όπως ακριβώς και η Σοβιετική Ένωση. Κομμάτια, λες και κάποιος έβαλε δυναμίτη στα θεμέλια. Τι θα μείνει; Στάχτη και καταστροφή.

Είναι όμως και η Τζένιφερ Μουρ. Η όμορφη και έξυπνη γυναίκα σημαντικό στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Δεν ξέρω αν συνάντησε τον Ντομινίκ Στρος Καν… Σκύλα με όλη την έννοια της λέξης. Στο επίκεντρο της ζωής της η σχέση της με την αδερφή της Άλισον, ακτιβίστρια που μάχεται εναντίον της παγκοσμιοποίησης. Μια αδελφική σχέση προβληματική, με τη ρίζα του κακού να φτάνει όπως πάντα στους γονείς.

Η Έυα Χαλάς από την Ουγγαρία, που όμως ζει στις ΗΠΑ είναι διάνοια στους υπολογιστές. Παιδί διάνοια εξελίχθηκε σε επιστήμονα. Πανέμορφη και γεμάτη προβλήματα. Όσο εύκολα τα βρίσκει με την τεχνητή νοημοσύνη, τόσο δύσκολη είναι στις σχέσεις της με τους άντρες. Αλλάζει εραστές, αλλάζει αγκαλιές, αλλάζει τόπο διαμονής. Αλλά τις ψυχολογικές της μεταπτώσεις δεν μπορεί να τις αφήσει πίσω της.

Το βιβλίο δεν είναι η ιστορία τριών γυναικών, δεν είναι γυναικεία λογοτεχνία. Οι προσωπικές υποθέσεις των ηρωίδων εμπλέκονται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, την εμπλοκή του ΔΝΤ σε τρίτες χώρες και τα βρώμικα παιχνίδια που παίζει, την ανατολή της Ρωσίας στο προσκήνιο, την αποκρυπτογράφηση του DNA. Δεν είναι πολιτικό βιβλίο, δεν είναι κοινωνικό, σίγουρα ούτε ιστορικό. Είναι κάτι ανάμικτο.

Ο συγγραφέας πιάνεται από πραγματικά γεγονότα για να δώσει τη δική του μυθοπλασία. Ανάμεσα στις τρεις γυναίκες που είναι αποκύημα της φαντασίας του Χόρχε Βόλπι βρίσκουμε τον Στάλιν, τον Κλίντον, την ποιήτρια΄Άννα Αχμάτοβα, τον οικονομολόγο Γκαλμπρέιθ. Προσωπικά μου άρεσε αυτή η ανάμειξη, δεν ξέρω άλλους ίσως τους ξενίσει.

Μου άρεσε ο τρόπος που γράφει ο Χόρχε Βόλπι. Δεν πλατειάζει, με ελάχιστες μικροεξαιρέσεις και δεν βγάζει στην επιφάνεια αμέσως τους χαρακτήρες του. Του αναδεικνύει, χωρίς να τους δικαιολογεί, κρατεί αποστάσεις αλλά τους κατανοεί. Κινείται με καλό ρυθμό το βιβλίο, αλλά όχι πάντα. Το δεύτερο μισό του βιβλίου, όπου σμίγουν οι τρεις ιστορίες, πιστεύω έχει καλύτερη ροή από το πρώτο μισό. Όπως και να έχει είναι ενδιαφέρον και συστήνεται σε όσους ζητούν κάτι περισσότερο σε ένα βιβλίο.

Δεν δανείζεται γιατί και εγώ το δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη της κολλητής μου.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Το μανιφέστο του Books-Street

Η ανταπόκριση που είχε η ανάρτηση για ένα blog σχετικά με τα βιβλία ήταν μεγάλη και το χάρηκα ιδιαίτερα. Γιατί αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί που αγαπούν το διάβασμα και που θα βοηθήσουν την προσπάθεια να κάνουμε αυτό το blog ένα τόπο να μαθαίνουμε νέα, να ανταλλάζουμε απόψεις, να ενημερωνόμαστε και να επικοινωνούμε.

Υπήρχε αρκετός προβληματισμός για τη μορφή που θα έπαιρνε το blog. Επικράτησε η άποψη ότι πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο εύκολο και πιο απλό στη χρήση για όλους. Όποιος θέλει μπορεί να επικοινωνεί στο email book.street26@gmail.com και θα του αποστέλλεται πρόσκληση για να συμμετάσχει.

Σε πρώτο στάδιο, θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση βιβλίων. Θα κάμω την αρχή και μετά όποιος θέλει ακολουθεί. Δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη κριτική. Μια σύντομη παρουσίαση με τα θετικά ή αρνητικά του βιβλίου. Θα ταξινομείται σε κατηγορίες οι οποίες είναι: Ελληνική λογοτεχνία, Ξένη λογοτεχνία, Ποίηση, Μελέτες –Δοκίμια (όπου βάζουμε Οικονομία, Κοινωνία και Πολιτική), Αστυνομικά, Παιδικά, Μαγειρικές. Ας μην το γεμίσουμε υποκατηγορίες για να είναι πιο εύκολο μετά στην αρχειοθέτηση.

Δεν είναι απαραίτητο πάντα να είναι παρουσίαση αυτό που θα γράψουμε. Μπορούμε, για παράδειγμα, αν βρούμε καμιά ενδιαφέρουσα συνέντευξη σε κάποια εφημερίδα, μια κριτική να την βάλουμε, αναφέροντας πάντα την πηγή.

Όποιος παρουσιάζει ένα βιβλίο πρέπει να γράφει από κάτω αν το δανείζει ή όχι. Το blog δεν θα ανακατευτεί στο δανεισμό, δεν θα γίνει ενδιάμεσος σταθμός. Μεγάλα παιδάκια είμαστε μπορούμε να παίξουμε μόνοι μας. Αν για παράδειγμα γράψει η She μια κριτική και αρέσει στην Post και θέλει να το δανειστεί θα κάνουν το διακανονισμό μεταξύ τους.

Τα σχόλια θα είναι ανοικτά και θα δημοσιεύονται αμέσως.

Θα υπάρχουν επίσης ψηφοφορίες. Θέλουμε το blog να είναι όσο πιο ζωντανό και αμφίδρομο γίνεται.

Βρισκόμαστε σε επαφή με βιβλιοπωλεία ώστε να μας στέλλουν ανακοινώσεις, προσφορές, παρουσιάσεις, ο,τιδήποτε έχουν τέλοσπαντων. Αυτό ίσως πάρει λίγες μέρες για να βγει, αλλά ελπίζω σύντομα να έχουμε αποτελέσματα. Ό,τι υλικό έχουμε θα τα βάζουμε στο blog.

Αυτά προς το παρόν. Το blog θα ανανεώνεται, θα αναδιαμορφώνεται και όπως ήδη έχω πει είναι ανοικτό σε ιδέες και προτάσεις. Θα το φτιάχνουμε όπως θέλουμε εμείς.

Λοιπόν κεραστείτε και ευχηθείτε καλή νέα αρχή.