Σελίδες

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο


Χρήστος Μαγγούτας, 111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο, Η σοφία των λαών, εκδόσεις Φαντασία

Το πιο όμορφο βιβλίο που έχω διαβάσει εδώ και καιρό! Το διάλεξε και μου το έφερε η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω από την παιδική δανειστική βιβλιοθήκη και ξετρελάθηκα τόσο, που το αγόρασα αμέσως!

111 θαυμάσιες ιστορίες από το Ισραήλ, την Ινδία, την Ουγγαρία, τη Ρωσία, την Υεμένη, την Αγγλία, τις ΗΠΑ, το Μεξικό, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Παλαιστίνη, την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία, την Αιθιοπία, την Ταϋλάνδη, την Τουρκία, την Μογγολία, την Ολλανδία και πολλές ακόμα χώρες.

Είναι η πρώτη φορά που από μία συλλογή παραμυθιών-ιστοριών δυσκολεύομαι να διαλέξω κάποιες ως αγαπημένες μου. Είναι τόσο καλές όλες! Όλες έχουν κάτι να πουν...

Ένα δείγμα από τις ιστορίες του υπέροχου αυτού βιβλίου εδώ:

Η ΜΑΓΙΚΗ ΣΠΗΛΙΑ

Κάποτε, σε μια μικρή καλύβα στους πρόποδες ενός βουνού, ζούσε μια νεαρή μητέρα με το μικρό της γιο, που τον αγαπούσε πάρα πολύ. Το δάσος αυτό ήταν φημισμένο για τα βατόμουρά του, μεγάλα, κόκκινα και ζουμερά, και η μητέρα και το μωρό δεν έχαναν ευκαιρία να το επισκέπτονται όταν τα φρούτα ήταν ώριμα και να γεύονται τη νοστιμιά τους.
Έτσι έκαναν κι εκείνη τη μέρα του μεσοκαλόκαιρου που για τους λαούς του Βορρά θεωρείται μαγική.
Σκαρφάλωσαν στην πλαγιά του βουνού και έπεσαν πάνω στα μεγαλύτερα και πιο ζουμερά βατόμουρα που είχαν συναντήσει ποτέ. Η μητέρα έκοβε προσεκτικά τους καρπούς, για να μην αγκυλωθεί ο γιος της από τα αγκάθια, και του τα έδινε για να τα φάει, γελώντας και οι δυο τους, καθώς είχαν πασαλειφτεί από κόκκινους χυμούς.
Ξαφνικά, μέσα στο πυκνό δάσος, όπου είχαν χωθεί χωρίς να το καταλάβουν, είδαν το άνοιγμα μιας σπηλιάς. Στο βάθος της λαμποκοπούσαν σωροί χρυσάφι, ενώ στην είσοδο κάθονταν και το φύλαγαν τρεις νεαρές κοπέλες.
«Έλα, νεαρή κυρία», είπε μία από αυτές. «Είναι μεσοκαλόκαιρο, η γη έχει ανοίξει τους θησαυρούς της και μπορείς να πάρεις όσα μπορέσεις να σηκώσεις από τα πολύτιμα αντικείμενα της σπηλιάς».
Η φτωχή γυναίκα, κρατώντας το μωρό στην αγκαλιά της, μπήκε με λαχτάρα στη σπηλιά. Άρπαξε κι έριξε μερικές φούχτες χρυσάφι στην ποδιά της. Το άγγιγμα του χρυσαφιού την έκανε κάτι που δεν ήταν ποτέ στη ζωή της: φιλάργυρη. Άφησε κάτω το παιδί της και γέμισε όσο μπορούσε την ποδιά της με χρυσάφι, ασήμι και διαμάντια και έπειτα, αγκομαχώντας από το βάρος τους, βγήκε από τη σπηλιά.
Την ίδια στιγμή η πόρτα της σπηλιάς έκλεισε απότομα και με κρότο, κλείνοντας το παιδί της μέσα, ενώ ταυτόχρονα ακούστηκε η φωνή μιας από τις κοπέλες μέσα από τη σπηλιά:
«Δύστυχη μητέρα! Από τη φιλαργυρία σου έχασες το παιδί σου. Δε θα μπορέσεις να το ξαναπάρεις παρά το ερχόμενο μεσοκαλόκαιρο, ένα χρόνο από τώρα».
Η κακόμοιρη γυναίκα τότε μόνο συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Πέταξε το χρυσάφι που είχε στην ποδιά της κι άρχισε να χτυπάει την πόρτα με τις γροθιές της, παρακαλώντας να της ανοίξουν. Μάταια όμως: η πόρτα της σπηλιάς παρέμενε ασυγκίνητα και παγερά κλειστή στα χτυπήματα, στις φωνές και στα δάκρυά της.
Κλαίγοντας, η μητέρα πήγε στην καλύβα της και από τότε κάθε μέρα ανέβαινε στη σπηλιά, αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειστή. Αυτό γινόταν για βδομάδες και για μήνες. Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η άνοιξη, μπήκε το καλοκαίρι και ξανάρθε η Γιορτή του Μεσοκαλόκαιρου.
Τη μέρα αυτή η μητέρα βρέθηκε πρωί πρωί στον τόπο της σπηλιάς και με έκπληξη της είδε ότι η σπηλιά ήταν ανοιχτή, μεγάλοι σωροί χρυσάφι λαμποκοπούσαν στο πάτωμά της, οι τρεις κοπέλες περίμεναν στη θέση τους και κοντά τους το μικρό της αγοράκι μασουλούσε ένα βατόμουρο.
«Έλα, νεαρή κυρία», είπε μια από αυτές. «Είναι μεσοκαλόκαιρο, η γη είχε ανοίξει τους θησαυρούς της και μπορείς να πάρεις όσα μπορέσεις να σηκώσεις από τα πολύτιμα αντικείμενα της σπηλιάς».
Η γυναίκα όρμησε στη σπηλιά, ξέχασε το χρυσάφι, το ασήμι και τα μαργαριτάρια, άρπαξε στην αγκαλιά της το πιο ακριβό απ΄ όλα, το μωρό της, κι άρχισε να το καταφιλά. Ύστερα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στους θησαυρούς, γύρισε και βγήκε από τη σπηλιά κρατώντας το μωρό της.
«Μπορείς να πάρεις όσο χρυσάφι θέλεις», της υπενθύμισε μια από τις κοπέλες.
«Δε θέλω τίποτ΄ άλλο, όταν έχω το μωρό μου», είπε αυτή. «Μόνο που χρειάστηκα ένα τόσο σκληρό μάθημα για να το καταλάβω».

Ιστορία από την Ισλανδία


ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΛΙΕΝΑΣ


Μαμά, υπάρχουν αληθινοί άγγελοι;», ρώτησε η Λιένα.
«Δεν ξέρω, μωρό μου. Ίσως ναι, αλλά μάλλον δε μοιάζουν όπως τους δείχνει αυτό το βιβλίο», είπε η μαμά δείχνοντας το βιβλίο που ξεφύλλιζε η τετράχρονη Λιένα.
«Εγώ θα πάω να ψάξω για να δω αν υπάρχουν και πώς είναι», είπε με παιδικό πείσμα η μικρή.
«Δεν είναι άσχημη ιδέα. Τι θα λεγες να ρθω κι εγώ μαζί σου, μωρό μου;»
«Δεν είμαι μωρό πια! Κοίτα πόσο ψηλή είμαι!»
«Έχεις δίκιο, αλλά είναι τόσο ωραία μέρα που θα θελα κι εγώ να κάνω μια βόλτα…»
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, το κοριτσάκι τρέχοντας και πηδώντας, κι η μαμά σέρνοντας το κουτσό της πόδι.
Ξαφνικά, βλέπουν να έρχεται μια άμαξα που την οδηγούσε μια πεντάμορφη κοπέλα, με ξανθά μαλλιά και διαμάντια και κοσμήματα στο λαιμό και στα μπράτσα.
«Είσαι άγγελος;», τη ρώτησε η Λιένα όταν πλησίασε.
Η κοπέλα δεν απάντησε, αλλά κοίταξε λοξά και παγωμένα το παιδί. Ύστερα έδωσε μια στα γκέμια του αλόγου και αυτό τινάχτηκε μπροστά σαν αστραπή, γεμίζοντας με σκόνη την κακόμοιρη τη Λιένα. Η μαμά της την πήρε στην αγκαλιά της και της καθάρισε τα χείλη, το πρόσωπο και τα ρούχα από τη σκόνη.
«Δεν ήταν άγγελος», είπε η Λιένα.
«Μάλλον όχι», συμφώνησε η μητέρα.
Συνέχισαν το δρόμο τους, το κορίτσι πηδώντας και τρέχοντας και η μητέρα σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Στη στροφή του δρόμου αντάμωσαν μια όμορφη κοπέλα ντυμένη στα ολόλευκα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά σαν αστέρια και το πρόσωπό της λευκό σαν το χιόνι.
Η Λιένα έτρεξε και την αγκάλιασε.
«Εσύ είσαι πραγματικά άγγελος», της είπε. «Τώρα είμαι σίγουρη».
«Παλιόπαιδο!», έκανε αυτή θυμωμένη. «Μου λέρωσες το ολόλευκο φόρεμά μου! Πως θα συναντήσω τώρα τον πρίγκιπα;»
Πραγματικά εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ένας πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η κοπέλα έσπρωξε βίαια τη μικρή από την αγκαλιά της, χωρίς καν να της περνά από το μυαλό πόσο πιο ελκυστική θα ήταν στα μάτια του νέου με ένα παιδί στην αγκαλιά.
Η Λιένα βρέθηκε για άλλη μία φορά χάμω, με σκόνη στα χείλη, στο πρόσωπο και στο φόρεμά της. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και της σκούπισε τα ρούχα και τα δακρυσμένα μάτια.
«Ούτε αυτή ήταν άγγελος!», έβγαλε το συμπέρασμα.
«Μάλλον όχι», ξανάπε η μητέρα. «Ας βαδίσουμε όμως ακόμα λίγο. Μπορεί να βρούμε κάπου έναν πραγματικό άγγελο».
«Όχι, μαμά. Νιώθω τόσο κουρασμένη! Πώς θα γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μας;»
«Γιατί νομίζεις ότι ήρθα μαζί σου; Θα σε πάω εγώ αγκαλιά!»
Με το κοριτσάκι σφιχτά στην αγκαλιά της η μητέρα πήρε το δρόμο της επιστροφής, τραγουδώντας του με χαμηλή φωνή τα αγαπημένα του τραγούδια.
Ξαφνικά η Λιένα σήκωσε το κεφαλάκι της από τον ώμο της μάνας της και την κοίταξε στα μάτια:
«Μανούλα, μήπως είσαι εσύ ο άγγελος;»
«Τι σκέψη κι αυτή, Λιενούλα! Που ακούστηκε άγγελος με ντρίλινο φουστάνι;», απάντησε η μητέρα γελώντας καλόκαρδα.

Ένα παραμύθι από τη Ρωσία

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Το Σιδερένιο Τακούνι


Το Σιδερένιο Τακούνι
Τζακ Λόντον
Εκδόσεις Γκοβόστη

Η φτώχεια, η ανισότητα και η συντριβή των οικονομικά αδύναμων παίρνουν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις στην Ευρώπη και την Αμερική μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 2008, εγείροντας συχνά πλήθος ερωτήματα και για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Μιαν εκατονταετία πριν, το 1907, ένα μυθιστόρημα γραμμένο από κάποιον που αφιερώθηκε με όλες του τις δυνάμεις στα ιδανικά του σοσιαλισμού, χωρίς να αποβάλει ποτέ την ατομικότητά του, μιλούσε ήδη για έναν κόσμο ο οποίος ήταν έτοιμος να οδηγήσει μέσα από τις τεράστιες ταξικές του συγκρούσεις στην πλήρη καταστροφή. Ο λόγος είναι για το Σιδερένιο Τακούνι του Τζακ Λόντον, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γκοβόστη σε ανέκδοτη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου (πρόλογος Ανατόλ Φρανς)

Το Σιδερένιο Τακούνι αποτελεί μια εφιαλτική αρνητική ουτοπία. Προλαβαίνοντας τον Γιεβγκένι Ζαμυάτιν, τον Τζορτζ Όργουελ και τον Άλντους Χάξλεϊ, που παράστησαν στις δικές τους αρνητικές ουτοπίες μια πολιτεία ικανή να καταβροχθίσει και την τελευταία ικμάδα των μελών της, εκμηδενίζοντας όχι μόνο τα δικαιώματα, αλλά και την οποιαδήποτε δυνατότητα αντίστασής τους, ο Λόντον επινοεί μιαν ιστορία η οποία κινείται σε τρία χρονικά επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο υπάρχει ένα κείμενο που γράφεται το 1932. Πρόκειται για τη μαρτυρία της Άβις Έβερχαρντ, που αφηγείται την επαναστατική δράση του συζύγου της Ερνέστου μεταξύ 1912 και 1917 (το δεύτερο χρονικό επίπεδο) εναντίον ενός εξωφρενικού καθεστώτος καταστολής. Το κείμενο της Άβις, που διακόπτεται απότομα, σχολιάζει ο Άντονυ Μέρεντιθ αρκετούς αιώνες μετά (τρίτο χρονικό επίπεδο), όταν το κακό έχει υποχωρήσει ολοκληρωτικά και η ελευθερία και η ισονομία αποτελούν τον κανόνα της καθημερινής συμβίωσης.

Το Σιδερένιο Τακούνι» που ανήκει στα λιγότερο γνωστά έργα του Λόντον και δείχνει αμέσως την εξοικείωσή του με τις έννοιες και τα αναλυτικά σχήματα του μαρξισμού, έχει ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Πολλοί το έχουν δει σαν μια αλληγορία για την πολιτικοκοινωνική βία του καπιταλισμού, άλλοι ως μια διορατική προειδοποίηση για την επικράτηση του φασισμού κι άλλοι ως ένα πύρινο όραμα για την τελική νίκη του σοσιαλισμού.

Ένα από τα πιο ζωτικά στοιχεία, ωστόσο, του έργου είναι η έγνοια του Λόντον για τη μοίρα της μεσαίας τάξης, που σφηνωμένη ανάμεσα στην ακαμψία από τη μια των εκπροσώπων της καπιταλιστικής εξουσίας (εφημερίδες, δικαστικό σώμα, μορφωτικοί σύλλογοι, εκκλησιαστικές οργανώσεις) και από την άλλη των ηγετών της επανάστασης, οι οποίοι μοιάζουν έτοιμοι να πεθάνουν πάση θυσία για τους σκοπούς τους, χάνει σιγά-σιγά όλα τα προνόμια και τα αγαθά της, για να καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια στον αφανισμό.

Ο Λόντον μπορεί να μην τάσσεται με το μέρος της μεσαίας τάξης (η καρδιά του συντονίζεται με την καρδιά των επαναστατών), αλλά το Σιδερένιο Τακούνι εικονογραφεί με έναν σχεδόν σπαρακτικό τρόπο το δράμα της, το οποίο είναι το δράμα όσων πληρώνουν χωρίς να έχουν φταίξει στο παραμικρό την πλεονεξία, τη σκληρότητα και την επιθετικότητα εκείνων που έχουν αποφασίσει να τους βγάλουν ούτως ή άλλως εκτός μάχης.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Η εποχή της αμάθειας


Το κείμενο αυτό το έγραψε ο Μιχάλης Μητσού στη στήλη του στα Νέα. Δεν είμαι σίγουρη αν ταιριάζει με το μπλογκ, αλλά είναι ένα υπέροχο κείμενο και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας.



Η εποχή της αμάθειας

Προτού ακόμη λήξει η υπόθεση του δολοφόνου της Τουλούζης, είχαν αρχίσει οι αναλύσεις για το ποιος θα βγει κερδισμένος απ’ όλη αυτή την ιστορία. Ξαφνικά ο Νικολά Σαρκοζί δεν θεωρείται πια τελειωμένος. Μια πρώτη δημοσκόπηση δείχνει ότι κάτι «τσίμπησε» από την αποφασιστική αντίδραση της Αστυνομίας. Κάτι τέτοια γεγονότα επαναφέρουν στο προσκήνιο την έννοια της ασφάλειας, και το «κόμμα της ασφάλειας» είναι στη Γαλλία, και όχι μόνο εκεί, η Κεντροδεξιά.

Η αντίδραση αυτή είναι πραγματικά αξιοπερίεργη. Όπως αξιοπερίεργη είναι και η υποστήριξη που χαίρει στις Ηνωμένες Πολιτείες ένας εξτρεμιστής σαν τον Ρικ Σαντόρουμ. Ζούμε στην εποχή της αμάθειας, σημείωνε πριν από λίγες ημέρες ο σερβικής καταγωγής αμερικανός ποιητής Τσαρλς Σίμιτς. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια αδιαφορίας και βλακείας για να γίνουμε τόσο αμαθείς όσο είμαστε σήμερα.

Όποιος διδάσκει σ’ ένα πανεπιστήμιο τα τελευταία σαράντα χρόνια, όπως εκείνος, μπορεί να βεβαιώσει ότι κάθε χρόνο οι πρωτοετείς φοιτητές ξέρουν όλο και λιγότερα πράγματα. Η διδασκαλία της λογοτεχνίας, για παράδειγμα, είναι μια αποστολή όλο και πιο δύσκολη, καθώς οι φοιτητές έχουν διαβάσει ελάχιστα βιβλία στη ζωή τους και στερούνται ακόμη και τις πιο βασικές ιστορικές πληροφορίες για την περίοδο κατά την οποία γράφτηκε ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα.

Φταίνε οι καθηγητές. Φταίνε οι γονείς και οι παππούδες. Φταίνε τα ίδια τα παιδιά. Η διαδεδομένη αμάθεια είναι όμως αποτέλεσμα και μιας πολυετούς ιδεολογικής και πολιτικής πόλωσης, καθώς και της σκόπιμης προσπάθειας των φανατικών και μισαλλόδοξων να κατασκευάσουν περισσότερη αμάθεια διαστρεβλώνοντας όχι μόνο την Ιστορία, αλλά και το πιο πρόσφατο παρελθόν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διαδίκτυο και η τηλεόραση επιτρέπουν σε διάφορα πολιτικά και συντεχνιακά συμφέροντα να διαδίδουν παραπληροφόρηση σε πρωτοφανή κλίμακα. Για να γίνει πιστευτή όμως αυτή η παραπληροφόρηση, χρειάζεται ένας απαίδευτος πληθυσμός που δεν έχει μάθει ή δεν ενδιαφέρεται να επαληθεύσει τα πράγματα που διαβάζει ή ακούει.

Τα ψέματα, συνεχίζει ο Σίμιτς, είναι έτσι κι αλλιώς πιο εύπεπτα από την αλήθεια. «Πουλάνε» πιο εύκολα. Ο Ομπάμα είναι μουσουλμάνος. Τα σχολεία έχουν μια αριστερή ατζέντα. Οι χριστιανοί είναι αντικείμενο δίωξης στην Αμερική. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι μύθος. Η ζωή στη Γη ξεκίνησε πριν από 10.000 χρόνια, το ίδιο και το Σύμπαν. Το κοινωνικό κράτος συμβάλλει στη διαιώνιση της φτώχειας. Η κατάσταση στην Ευρώπη είναι ομολογουμένως λίγο καλύτερη, αλλά με την έμφαση στο «λίγο».

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012


Κάϊρο, η πόλη μου, η επανάστασή μας
Αχντάφ Σουέιφ
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Ένα βιβλίο γραμμένο μέσα στην επανάσταση. Γεμάτο φλόγες και πίστη. Μια λογοτεχνία της εξέγερσης. Ένα χρονικό-ντοκιμαντέρ 257 σελίδων, με ήρωες κόντρα στο σύστημα καταπίεσης, είναι το βιβλίο «Κάϊρο, η πόλη μου- η επανάστασή μας», της Αιγύπτιας μυθιστοριογράφου και αναλύτριας Αχντάφ Σουέιφ.

Η συγγραφέας, όταν ξέσπασε η αιγυπτιακή επανάσταση στις 25 Ιανουαρίου του 2011, ακολουθώντας ένα ορμητικό ποτάμι χιλιάδων συμπολιτών της, «εγκαταστάθηκε» στην περίφημη πλατεία Ταχρίρ και για 18 ημέρες έστελνε ανταποκρίσεις σε διεθνή μέσα ενημέρωσης, προβάλλοντας στον πλανήτη εικόνες αυτοθυσίας, απέναντι στο ανελεύθερο καθεστώς Μπουμπάρακ.

Με την άμεση γραφή της ξεναγεί τον αναγνώστη στην αγαπημένη της πόλη, πόλη της ανατροπής, ιχνηλατώντας τη διαδρομή μιας επανάστασης που είχε σημείο συνάντησης την ιστορική πλατεία Ανεξαρτησίας.

Με ημερολογιακή αναφορά η συγγραφέας καταγράφει πως, σιγά- σιγά, θέριεψε το κίνημα, ξεκινώντας από τα τζαμιά της Παρασκευής για να γεμίσει σαν λάβα τους δρόμους και να κατακλύσει την Ταχρίρ, που φωτίστηκε από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης χάρις στην δράση των νέων οι οποίοι πολέμησαν με εικόνα, ήχο και λόγο επαναστατικό μέσω twitter, face book και you tube

    Αιτήματα, φωνές, πανό, δακρυγόνα, πυροβολισμοί, τανκς, νεκροί, ξεπηδούν από τις σελίδες του βιβλίου. ‘Όλα όσα έφταναν στο παγκόσμιο χωριό φέρνοντας την Αίγυπτο στο προσκήνιο του κόσμου. Η συγγραφέας τονίζει το παλλαϊκό στοιχείο της συμμετοχής, καθώς στις διαδηλώσεις στρατεύτηκαν, σε δρόμους και σοκάκια, νέοι, αγρότες, εργάτες, υπάλληλοι, διανοούμενοι, επιστήμονες, συνταξιούχοι, άνδρες και γυναίκες .

Καθώς το βιβλίο περιγράφει την έλευση του τέλους, ο ρόλος των απλών στρατιωτών, που δεν ήθελαν να σκοτώσουν τα αδέλφια τους φωτίζεται αδρά: Στις γειτονιές όλης της χώρας τη νύχτα της Παρασκευής, που ονομάστηκε « νύχτα της Οργής», το καθεστώς σκότωσε εκατοντάδες νέους. Οι αστυνομικοί και οι ασφαλίτες οδηγώντας τα φορτηγά έριχναν τα αυτοκίνητα πάνω στους διαδηλωτές. Ελεύθεροι σκοπευτές σκότωναν από ταράτσες του Χίλτον, του αμερικανικού πανεπιστημίου, του αιγυπτιακού μουσείου. Άνδρες της εθνοφυλακής έκαιγαν διαδηλωτές με μολότοφ και μυστικοί πράκτορες τους πετούσαν κατακέφαλα κομμάτια μάρμαρα. Πολλοί στρατιώτες δεν άντεξαν. Θα ξεσπάσουν σε κλάματα και ξαφνικά οι επαναστάτες θα βρεθούν σε ρόλο… παρηγορητή!

Ένα βιβλίο για την πλατεία που έριξε ένα δικτάτορα. Και έκανε τους απλούς ανθρώπους να ψηλώσουν.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Μπουρδελολογίες

«Όπου δρόμος και καμπάνα, όπου σπίτι και πουτάνα!»

Όχι, δεν πρόκειται για ατάκα της Ντένης Μαρκορά από τους Δύο Ξένους, αλλά για λαϊκή ρήση που χρησιμοποιούνταν τη δεκαετία του ’50 στους δρόμους της Αθήνας. Τη διάβασα σε ένα ωραιότατο βιβλιαράκι, με τιτλο «Μπουρδελολογίες» του κ. Γιώργου Κουρμούση όπου μέσα σε 150 σελίδες αναπολεί και θυμάται ιστορίες και παραλειπόμενα από τα μπουρδέλα της εποχής.

Πρόκειται για ένα «εγχειρίδιο» που το διαβάζεις στην καθισιά σου, το πολύ μέσα σε ένα δίωρο, μαθαίνοντας όλο το backstage για τις πουτάνες και το πώς λειτουργούσαν οι επιχειρήσεις τους. Το βιβλίο, μεταξύ άλλων, περιέχει ιστορική αναδρομή των μπουρδέλων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ενώ παρέχει ευχάριστες πληροφορίες για την οργάνωση και διαχείριση του «μαγαζιού», καθώς επίσης και γκόσσιπ αναφορικά με την τσατσά, το δωμάτιο της συνουσίας, τα σύνεργα της επιστήμονος και άλλα χαριτωμένα.

Στο τέλος, παραθέτει και μικρές, πραγματικές ιστορίες που έζησε ή άκουσε ο ίδιος ο συγγραφέας από τους φίλους του που τότε επισκέπτονταν κατά κόρον τα μπουρδέλα. Ιστορίες που σήμερα μπορεί να φαντάζουν πολύ αθώες, αλλά για την τότε εποχή αποτελούσαν σκάνδαλο. Να το διαβάσεις, να σπάσεις πλάκα. Θα μάθεις τι ήταν οι πεοκουλούρες, πως χρησιμοποιούνταν το κλύσμα, το περμαγκανάτ και άλλα, ενώ θα χαμογελάσεις και με τα σεξουαλικά νοσήματα της εποχής, τότε που το AIDS ήταν ανύπαρκτο, όπως τα σαπρόφυτα, τις μουνόψειρες κ.α. Θα μάθεις τόσα πολλά, που στο τέλος θα είσαι έτοιμος να ανοίξεις και το δικό σου μπουρδέλο!

Προσωπικά, πέραν του αστείου του πράγματος, δύο πράγματα σημείωσα και θυμάμαι. Πρώτον, το ότι η λέξη ‘πόρνη’ προέρχεται από την αρχαία λέξη ‘πέρνημι’ που σημαίνει πουλάω, και όχι όπως πολλοί νομίζουμε από το ‘παίρνομαι.’ Δεύτερον, βρήκα πολύ ενδιαφέρον το ότι οι φαντάροι της εποχής στην έξοδό τους έπαιρναν ειδική άδεια από τη μονάδα του για να μπορούν να κυκλοφορήσουν ανενόχλητοι στα μπουρδέλα και την οποίαν παρουσίαζαν στη στρατονομία σε περίπτωση ελέγχου. Το χαρτί αυτό έγραφε: «Άδεια εξόδου μετά δημοσίων θεαμάτων και οίκου ανοχής»!

Εν κατακλείδι, το όλο βιβλίο σου δίνει την αίσθηση πως περνάς ένα ευχάριστο απόγευμα με τον πουτανιάρη παππού σου, ο οποίος ενθυμάται και διηγείται τα ένδοξα χρόνια της νιότης του και μεταλαμπαδεύει όλο αυτό το έπος και στη νέα γενιά. Πρόκειται δηλαδή για ένα πολύτιμο σετ αναμνήσεων που κάθε άντρας πρέπει να το έχει στο προσκεφάλι του σαν ευαγγέλιο.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδυσσέας. Το βρίσκεις (και) στο «Μετροπόλιταν» της Λευκωσίας. 


Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Όνειρα ονείρων


«Κάτω από την αμυγδαλιά της αγαπημένης σου, όταν το πρώτο αυγουστιάτικο φεγγάρι προβάλλει πίσω από το σπίτι, θα μπορέσεις, αν οι θεοί σου χαμογελάσουν, να ονειρευτείς τα όνειρα κάποιου άλλου»
Παλιό κινέζικο τραγούδι

Πιστεύετε πως θα είχε ενδιαφέρον να βλέπατε τι ακριβώς ονειρευόταν ο Δαίδαλος, ο Οβίδιος, ο Ραμπελαί, ο Ρεμπώ, ο Μαγιακόφσκι, ο Λόρκα, ο Φρόυντ και άλλες δεκατρείς σπουδαίες προσωπικότητες της τέχνης (και όχι μόνο); Αν ναι, δεν έχετε παρά να ανατρέξετε στο βιβλίο Όνειρα Ονείρων του Antonio Tabycchi, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη.

Μια εξαιρετικά προσεγμένη και όμορφη έκδοση, (όπως συνηθίζουν άλλωστε πάντα οι εκδόσεις Άγρα), όπου, πέρα από τα όνειρα των σπουδαίων αντρών, όπως τα οραματίστηκε ο συγγραφέας, υπάρχει στο τέλος του βιβλίου και ένα σύντομο βιογραφικό τους.

Μια εναλλακτική επιλογή και πρόταση, που κατά την γνώμη μου αξίζει να υπάρχει στην βιβλιοθήκη κάθε βιβλιόφιλου. Και μόνο για την ευρηματικότητα και την πρωτοτυπία της ιδέας, ακόμα κι αν το περιεχόμενο δεν σας ενθουσιάσει.

Θα κλείσω με λίγα λόγια από τον συγγραφέα:

«Είχα συχνά την επιθυμία να γνωρίσω τα όνειρα των δημιουργών που αγάπησα. Δυστυχώς, αυτοί για τους οποίους μιλώ σε τούτο το βιβλίο δεν μας άφησαν τις νυχτερινές διαδρομές του πνεύματός τους. Ο πειρασμός να αναπληρώσω κατά κάποιο τρόπο το κενό, καλώντας τη λογοτεχνία να καλύψει όσα έχουν χαθεί, είναι μεγάλος. Κι όμως έχω πλήρη επίγνωση ότι αυτές οι αναπληρωματικές διηγήσεις, που είναι νοσταλγός άγνωστων ονείρων προσπάθησε να φανταστεί, είναι απλώς φτωχές υποθέσεις, χλομές ψευδαισθήσεις, αυθαίρετες προσθέσεις. Ως τέτοιες, λοιπόν, θα πρέπει να διαβαστούν, και είθε οι ψυχές των ηρώων μου, που τώρα ονειρεύονται από την άλλη μεριά, να είναι επιεικείς με τον φτωχό απόγονό τους»

Εδώ το βιογραφικό του από την Βιβλιονέτ:

Ο Αντόνιο Ταμπούκι γεννήθηκε στην Πίζα το 1943. Είναι μια από τις αντιπροσωπευτικότερες φωνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα. Υπήρξε επίσης ο επιμελητής των ιταλικών εκδόσεων των έργων του Φερνάντο Πεσσόα. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα χώρες.
Μερικά από τα μυθιστορήματά του έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο από γνωστούς Ιταλούς και ξένους σκηνοθέτες, όπως ο Ρομπέρτο Φαέντσα, ο Αλαίν Κορνώ, ο Αλαίν Ταννέρ και ο Φερνάντο Λόπες, ή για το θέατρο από σκηνοθέτες όπως ο Τζόρτζιο Στρέλερ και ο Ντιντιέ Μπεζάς.
Έχει βραβευτεί με τα πιο έγκυρα διεθνή βραβεία, μεταξύ των οποίων τα "Pen Club", "Campiello" και "Viareggio-Re-paci" στην Ιταλία, τα "Prix Medicis Etran-ger", "Prix Europeen de la Litterature" και "Prix Mediterranee" στη Γαλλία, το Ευρωπαϊκό "Αριστείον", το "Nossack" στη Γερμανία, το "Europaeischer Staats-preis" στην Αυστρία, τα "Hidalgo" και "Francisco Cerecedo" στην Ισπανία.
Έχει επίσης τιμηθεί με τους τίτλους του "Officier des Arts et des Lettres" στη Γαλλία και του "Comendador da Ordem do Infante Dom Henrique" στην Πορτογαλία.
Μέχρι πρόσφατα δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Σιένας. Έχει επίσης διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων το Bard College της Νέας Υόρκης, το Ecole de Hautes Etudes και το College de France στο Παρίσι.
Έχει γράψει και εξακολουθεί να γράφει σε πολλές ιταλικές και ξένες εφημερίδες (Corriere delta Sera, L'Unita, II Manifesto, Le Monde, El Pais, Diario de Noti-cias, La Jornada, Die Allgemeine Zeitung) καθώς και σε πολιτιστικά περιοδικά, όπως το La Nouvelle Revue Frangaise και το Lettre Internationale.
Υπήρξε μέλος και συνιδρυτής του Διεθνούς Κοινοβουλίου Συγγραφέων.
Ήδη από το 2000 το Italian Pen Club τον έχει προτείνει στη Σουηδική Ακαδημία ως υποψήφιο για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Τα ωραιότερα ποιήματα για το παιδί


Πρόκειται για ένα ανθολόγιο, με περισσότερα από εκατό ποιήματα, που έχουν ως θέμα τους το παιδί. Σπουδαίοι ποιητές, όπως Τέλλος Άγρας, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μίλτος Σαχτούρης και πολλοί πολλοί και σημαντικότατοι άλλοι αναφέρονται, καθένας με το δικό του μοναδικό ύφος, στην πιο όμορφη και τρυφερή ηλικία.

Ένα βιβλίο που αξίζει κανείς να ανατρέξει και να ανατρέξει και να ξανααντρέξει χιλιάδες στιγμές και για διαφορετικούς λόγους, ανακαλύπτοντας κάθε φορά κάτι καινούριο, μία άλλη πτυχή.

(Ενδεικτικά αναφέρω ότι από εδώ «αντλήσαμε» το κείμενο για το προσκλητήριο βάπτισης της μεγάλης μας κόρης : ) )

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη και το έχουν επιμεληθεί ο Θανάσης Θ. Νιάρχος και ο Θανάσης Α. Καστανιώτης. Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν επίσης (και βρίσκονται στην wishlist μου):

-Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα
-Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα
-Έλληνες ποιητές για τη θάλασσα
-Ποιητές για ποιητές-Χειραψία πάνω από την άβυσσο

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΓΛΑΥΚΟΣ ΑΛΙΘΕΡΙΣΗΣ-ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΜΟΥ
Το σωματάκι να τρεκλίζει-άσταθο βήμα-
τσεβδά λογάκια, συλλαβές λειψές,
χαμόγελο σαν το γαλάζιο κύμα,
σας χάρηκα, ώρες κι ώρες, πάλι ψες.

Κρατά στον κύκλο η Ζωή το μαγικό της
μυστήρια! Που να φανταστεί κανείς...
Σμίγει η χαρά της ηλικίας της πρώτης
κ η θλίψη της σοφίας μου της στερνής,

κι ό, τι αν σου πω το λες σαν παπαγάλος
με κωμικά σοβαρεμένη την ειδή,
να μου φωνάξεις γι΄ άνθρωπος μεγάλος,
κι εγώ να σου φανίζουμαι παιδί.


ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ-ΣΤΟ ΜΩΡΟ

Εσύ που δε σε φώναξε κανένας,
μον΄ήλθες σαν αυγής σταλαγματιά,
δροσιά να φέρεις ύστερ΄απ΄της γέννας
τη φοβερή κι αξέχαστη νυχτιά,

που τώρα φαίνεσαι αφρός μονάχος,
λουλούδι άσπρο δίχως μυρωδιά,
ω αγγελούδι τυλιχτό στο πάχος,
μια τρυφερή, μα απόνετη καρδιά,

εσύ, που η μάνα σου τηράει και χαίρει
και μια φωνή σου δεν της απαντά,
παρά μονάχα σαν ζητάς να φέρει
τα στήθια της στα χείλη σου κοντά,

να ξερα συ, που αγαπιέσαι τώρα,
αν ν΄ αγαπάς θα μάθεις καμιάν ώρα!



ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ-ΤΙΝΟΣ ΜΟΙΑΖΕΙ
Ενός μπαμπά τ΄ αρσενικό παιδί
τον κόσμο σε σκοτούρα πάντα βάζει
και όποιος ευτυχήσει να το δει
θα εύρει πως με κάποιον λίγο μοιάζει.

Την μία μοιάζει κάποιου με φτερά,
την άλλη μοιάζει κάπως στη μητέρα,
αλλά κανείς δεν είπε μια φορά
πως μοιάζει και λιγάκι του πατέρα.

Και του μπαμπά του κόλλησε μαράζι
να εύρει το παιδί του τίνος μοιάζει.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ -ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΑΣ

Το παιδί μας
είναι δέκα μηνών
κι άρχισε να ψελλίζει
λίγες λέξεις.
Η γυναίκα μου
χαίρεται
και τρέχει να μου πει
πως το παιδί μας
άρχισε να μιλάει!
Κι εγώ στοχάζουμαι
πως κάλλιο
να μη μίλαγε ακόμα,
γιατί δεν είμαστ΄ έτοιμοι.
Κι εγώ στοχάζουμαι
πως κάλλιο
να μη μίλαγε ποτέ.
Γιατί,
τι θα του πούμε
σαν μας ρωτήσει για το φόβο
που χτυπάει τη θύρα μας,
για το φόβο
που ανατέλλει
στα παιδικά του μάτια'
τι θα του πούμε
για τα ρημαγμένα σπίτια,
για τα καμένα στάχυα'
τι θα του πούμε
για τον αντικρινό στρατιώτη
με τα κομμένα πόδια;
Το παιδί μας
είναι δέκα μηνών
κι άρχισε να ψελλίζει
λίγες λέξεις.
Κι εμείς
δεν είμαστ΄ έτοιμοι...