Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Το χρυσό άρμα


Δεν ξέρω γιατί αλλά πολλοί άνθρωποι «σνομπάρουν» τα παραμύθια. Τα υποτιμούν, θεωρούν ότι απευθύνονται μόνο σε παιδιά. Τα ταυτίζουν με το «ψεύτικο». Γενικά, τα αποφεύγουν.

Εγώ όμως θα επιμείνω να «υπερασπίζομαι» το αγαπημένο μου αυτό είδος λόγου και θα αναφερθώ σε ένα παραμύθι που πρόσφατα αγόρασα (κόστιζε μόνο 75 λεπτά!) και με εντυπωσίασε τόσο με τα κείμενά του όσο και με την εικονογράφησή του.

Πρόκειται για Το χρυσό άρμα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σύγχρονη εποχή» και περιλαμβάνει πέντε λαϊκά παραμύθια των Τατάρων.

1.Το χρυσό άρμα
2.Η διαθήκη
3.Το πέταλο
4.Ο καυχησιάρης μπέης
5.Ο τεμπέλης νέος

Μάλιστα, επηρεασμένη από τα παραπάνω κείμενα, έβαλα την γιαγιά μου και τον παππού μου να μου διηγηθούν όσα παραμύθια θυμόντουσαν (κάτι που πάντα ήθελα να κάνω, αλλά ποτέ δεν το προγραμμάτιζα). Τα απόλαυσα και την επόμενη φορά που θα τους επισκεφτώ θα έχω μαζί μου το κασετοφωνάκι μου, ώστε να τα ηχογραφήσω και να μη χαθούν. Εννοείται ότι έχω σκοπό να επισκεφτώ κι άλλους παππούδες (όσους απέμειναν, γιατί δυστυχώς ο φετινός βαρύς και δύσκολος φλωρινιώτικος χειμώνας βάλθηκε να αποτελειώσει τους περισσότερους… : ( )

Την επόμενη φορά που θα αγοράσετε βιβλία, αναζητήστε το Χρυσό άρμα. Δεν θα σας κοστίσει ακριβά, θα αποκομίσετε όμως σημαντικά αποστάγματα λαϊκής σοφίας…

(Και μην ξεχνάτε τους ηλικιωμένους και τις ιστορίες που έχουν να σας διηγηθούν… Είναι πέρα για πέρα αληθινό ότι αξίζουν περισσότερο κι από χρυσάφι… Ακούστε, καταγράψτε και διαδώστε …)

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο


Χρήστος Μαγγούτας, 111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο, Η σοφία των λαών, εκδόσεις Φαντασία

Το πιο όμορφο βιβλίο που έχω διαβάσει εδώ και καιρό! Το διάλεξε και μου το έφερε η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω από την παιδική δανειστική βιβλιοθήκη και ξετρελάθηκα τόσο, που το αγόρασα αμέσως!

111 θαυμάσιες ιστορίες από το Ισραήλ, την Ινδία, την Ουγγαρία, τη Ρωσία, την Υεμένη, την Αγγλία, τις ΗΠΑ, το Μεξικό, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Παλαιστίνη, την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία, την Αιθιοπία, την Ταϋλάνδη, την Τουρκία, την Μογγολία, την Ολλανδία και πολλές ακόμα χώρες.

Είναι η πρώτη φορά που από μία συλλογή παραμυθιών-ιστοριών δυσκολεύομαι να διαλέξω κάποιες ως αγαπημένες μου. Είναι τόσο καλές όλες! Όλες έχουν κάτι να πουν...

Ένα δείγμα από τις ιστορίες του υπέροχου αυτού βιβλίου εδώ:

Η ΜΑΓΙΚΗ ΣΠΗΛΙΑ

Κάποτε, σε μια μικρή καλύβα στους πρόποδες ενός βουνού, ζούσε μια νεαρή μητέρα με το μικρό της γιο, που τον αγαπούσε πάρα πολύ. Το δάσος αυτό ήταν φημισμένο για τα βατόμουρά του, μεγάλα, κόκκινα και ζουμερά, και η μητέρα και το μωρό δεν έχαναν ευκαιρία να το επισκέπτονται όταν τα φρούτα ήταν ώριμα και να γεύονται τη νοστιμιά τους.
Έτσι έκαναν κι εκείνη τη μέρα του μεσοκαλόκαιρου που για τους λαούς του Βορρά θεωρείται μαγική.
Σκαρφάλωσαν στην πλαγιά του βουνού και έπεσαν πάνω στα μεγαλύτερα και πιο ζουμερά βατόμουρα που είχαν συναντήσει ποτέ. Η μητέρα έκοβε προσεκτικά τους καρπούς, για να μην αγκυλωθεί ο γιος της από τα αγκάθια, και του τα έδινε για να τα φάει, γελώντας και οι δυο τους, καθώς είχαν πασαλειφτεί από κόκκινους χυμούς.
Ξαφνικά, μέσα στο πυκνό δάσος, όπου είχαν χωθεί χωρίς να το καταλάβουν, είδαν το άνοιγμα μιας σπηλιάς. Στο βάθος της λαμποκοπούσαν σωροί χρυσάφι, ενώ στην είσοδο κάθονταν και το φύλαγαν τρεις νεαρές κοπέλες.
«Έλα, νεαρή κυρία», είπε μία από αυτές. «Είναι μεσοκαλόκαιρο, η γη έχει ανοίξει τους θησαυρούς της και μπορείς να πάρεις όσα μπορέσεις να σηκώσεις από τα πολύτιμα αντικείμενα της σπηλιάς».
Η φτωχή γυναίκα, κρατώντας το μωρό στην αγκαλιά της, μπήκε με λαχτάρα στη σπηλιά. Άρπαξε κι έριξε μερικές φούχτες χρυσάφι στην ποδιά της. Το άγγιγμα του χρυσαφιού την έκανε κάτι που δεν ήταν ποτέ στη ζωή της: φιλάργυρη. Άφησε κάτω το παιδί της και γέμισε όσο μπορούσε την ποδιά της με χρυσάφι, ασήμι και διαμάντια και έπειτα, αγκομαχώντας από το βάρος τους, βγήκε από τη σπηλιά.
Την ίδια στιγμή η πόρτα της σπηλιάς έκλεισε απότομα και με κρότο, κλείνοντας το παιδί της μέσα, ενώ ταυτόχρονα ακούστηκε η φωνή μιας από τις κοπέλες μέσα από τη σπηλιά:
«Δύστυχη μητέρα! Από τη φιλαργυρία σου έχασες το παιδί σου. Δε θα μπορέσεις να το ξαναπάρεις παρά το ερχόμενο μεσοκαλόκαιρο, ένα χρόνο από τώρα».
Η κακόμοιρη γυναίκα τότε μόνο συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Πέταξε το χρυσάφι που είχε στην ποδιά της κι άρχισε να χτυπάει την πόρτα με τις γροθιές της, παρακαλώντας να της ανοίξουν. Μάταια όμως: η πόρτα της σπηλιάς παρέμενε ασυγκίνητα και παγερά κλειστή στα χτυπήματα, στις φωνές και στα δάκρυά της.
Κλαίγοντας, η μητέρα πήγε στην καλύβα της και από τότε κάθε μέρα ανέβαινε στη σπηλιά, αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειστή. Αυτό γινόταν για βδομάδες και για μήνες. Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η άνοιξη, μπήκε το καλοκαίρι και ξανάρθε η Γιορτή του Μεσοκαλόκαιρου.
Τη μέρα αυτή η μητέρα βρέθηκε πρωί πρωί στον τόπο της σπηλιάς και με έκπληξη της είδε ότι η σπηλιά ήταν ανοιχτή, μεγάλοι σωροί χρυσάφι λαμποκοπούσαν στο πάτωμά της, οι τρεις κοπέλες περίμεναν στη θέση τους και κοντά τους το μικρό της αγοράκι μασουλούσε ένα βατόμουρο.
«Έλα, νεαρή κυρία», είπε μια από αυτές. «Είναι μεσοκαλόκαιρο, η γη είχε ανοίξει τους θησαυρούς της και μπορείς να πάρεις όσα μπορέσεις να σηκώσεις από τα πολύτιμα αντικείμενα της σπηλιάς».
Η γυναίκα όρμησε στη σπηλιά, ξέχασε το χρυσάφι, το ασήμι και τα μαργαριτάρια, άρπαξε στην αγκαλιά της το πιο ακριβό απ΄ όλα, το μωρό της, κι άρχισε να το καταφιλά. Ύστερα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στους θησαυρούς, γύρισε και βγήκε από τη σπηλιά κρατώντας το μωρό της.
«Μπορείς να πάρεις όσο χρυσάφι θέλεις», της υπενθύμισε μια από τις κοπέλες.
«Δε θέλω τίποτ΄ άλλο, όταν έχω το μωρό μου», είπε αυτή. «Μόνο που χρειάστηκα ένα τόσο σκληρό μάθημα για να το καταλάβω».

Ιστορία από την Ισλανδία


ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΛΙΕΝΑΣ


Μαμά, υπάρχουν αληθινοί άγγελοι;», ρώτησε η Λιένα.
«Δεν ξέρω, μωρό μου. Ίσως ναι, αλλά μάλλον δε μοιάζουν όπως τους δείχνει αυτό το βιβλίο», είπε η μαμά δείχνοντας το βιβλίο που ξεφύλλιζε η τετράχρονη Λιένα.
«Εγώ θα πάω να ψάξω για να δω αν υπάρχουν και πώς είναι», είπε με παιδικό πείσμα η μικρή.
«Δεν είναι άσχημη ιδέα. Τι θα λεγες να ρθω κι εγώ μαζί σου, μωρό μου;»
«Δεν είμαι μωρό πια! Κοίτα πόσο ψηλή είμαι!»
«Έχεις δίκιο, αλλά είναι τόσο ωραία μέρα που θα θελα κι εγώ να κάνω μια βόλτα…»
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, το κοριτσάκι τρέχοντας και πηδώντας, κι η μαμά σέρνοντας το κουτσό της πόδι.
Ξαφνικά, βλέπουν να έρχεται μια άμαξα που την οδηγούσε μια πεντάμορφη κοπέλα, με ξανθά μαλλιά και διαμάντια και κοσμήματα στο λαιμό και στα μπράτσα.
«Είσαι άγγελος;», τη ρώτησε η Λιένα όταν πλησίασε.
Η κοπέλα δεν απάντησε, αλλά κοίταξε λοξά και παγωμένα το παιδί. Ύστερα έδωσε μια στα γκέμια του αλόγου και αυτό τινάχτηκε μπροστά σαν αστραπή, γεμίζοντας με σκόνη την κακόμοιρη τη Λιένα. Η μαμά της την πήρε στην αγκαλιά της και της καθάρισε τα χείλη, το πρόσωπο και τα ρούχα από τη σκόνη.
«Δεν ήταν άγγελος», είπε η Λιένα.
«Μάλλον όχι», συμφώνησε η μητέρα.
Συνέχισαν το δρόμο τους, το κορίτσι πηδώντας και τρέχοντας και η μητέρα σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Στη στροφή του δρόμου αντάμωσαν μια όμορφη κοπέλα ντυμένη στα ολόλευκα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά σαν αστέρια και το πρόσωπό της λευκό σαν το χιόνι.
Η Λιένα έτρεξε και την αγκάλιασε.
«Εσύ είσαι πραγματικά άγγελος», της είπε. «Τώρα είμαι σίγουρη».
«Παλιόπαιδο!», έκανε αυτή θυμωμένη. «Μου λέρωσες το ολόλευκο φόρεμά μου! Πως θα συναντήσω τώρα τον πρίγκιπα;»
Πραγματικά εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ένας πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η κοπέλα έσπρωξε βίαια τη μικρή από την αγκαλιά της, χωρίς καν να της περνά από το μυαλό πόσο πιο ελκυστική θα ήταν στα μάτια του νέου με ένα παιδί στην αγκαλιά.
Η Λιένα βρέθηκε για άλλη μία φορά χάμω, με σκόνη στα χείλη, στο πρόσωπο και στο φόρεμά της. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και της σκούπισε τα ρούχα και τα δακρυσμένα μάτια.
«Ούτε αυτή ήταν άγγελος!», έβγαλε το συμπέρασμα.
«Μάλλον όχι», ξανάπε η μητέρα. «Ας βαδίσουμε όμως ακόμα λίγο. Μπορεί να βρούμε κάπου έναν πραγματικό άγγελο».
«Όχι, μαμά. Νιώθω τόσο κουρασμένη! Πώς θα γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μας;»
«Γιατί νομίζεις ότι ήρθα μαζί σου; Θα σε πάω εγώ αγκαλιά!»
Με το κοριτσάκι σφιχτά στην αγκαλιά της η μητέρα πήρε το δρόμο της επιστροφής, τραγουδώντας του με χαμηλή φωνή τα αγαπημένα του τραγούδια.
Ξαφνικά η Λιένα σήκωσε το κεφαλάκι της από τον ώμο της μάνας της και την κοίταξε στα μάτια:
«Μανούλα, μήπως είσαι εσύ ο άγγελος;»
«Τι σκέψη κι αυτή, Λιενούλα! Που ακούστηκε άγγελος με ντρίλινο φουστάνι;», απάντησε η μητέρα γελώντας καλόκαρδα.

Ένα παραμύθι από τη Ρωσία