Σελίδες

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Άσε Το Διάβολο Ήσυχο



Το «Άσε τον Διάβολο Ήσυχο» είναι το τρίτο κατά σειρά αστυνομικό μυθιστόρημα του John Verdon. Αποτελεί συνέχεια των δύο προηγούμενων, για τα οποία έχω γράψει παλιότερα και με τα οποία έμεινα απόλυτα ευχαριστημένος έως και εκστασιασμένος. Δυστυχώς, δεν μπορώ να πω το ίδιο και για το τρίτο εγχείρημα. Χωρίς πολλά, πολλά πρόκειται για μια προσπάθεια τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά προκειμένου να του βγει η ιστορία στα μέτρα και τα σταθμά των δύο προηγούμενων. Κρατά την ίδια δομή στο ξεδίπλωμα του μυστηρίου, είναι σαν να διαβάζεις τα δύο πρώτα με διαφορετικά γεγονότα. Θεμιτό ως ένα βαθμό, άνθρωπος είναι, δεν είναι Θεός, αλλά προβλέψιμο και βαρετό.

Το μόνο πράγμα που δεν είναι προβλέψιμο, είναι ο δολοφόνος στο τέλος. Πασχίζεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης να εντοπίσεις ποιος το έκανε, ποιος σκότωσε τους έξι κάτοχους των Μερσεντές, και όταν φτάνεις στη ρημαδό-600η σελίδα λες: «Αυτός ήταν; Από πού κι ως πού;» Ουδεμία πειστική απάντηση δεν δίδεται από τον συγγραφέα. Γενικότερα, όταν η φαντασία του αναγνώστη ξεπερνά τη φαντασία του συγγραφέα, αντιλαμβάνεσαι σε πόσους εγκεφαλικούς οργασμούς φτάνεις. Καλός ο Verdon, δεν λέω, αλλά καλύτερα να είχε περιοριστεί μόνο στα πρώτα δύο του βιβλία.


Περιμένω να βγει το ‘Ινφέρνο’ του Νταν Μπράουν, στα Ελληνικά, τώρα. Για να δούμε τι ψάρια θα πιάσει κι αυτός. 

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η σύγχρονη γυναικεία πορνογραφία και οι άντρες


Του Φίλιππου  Φιλίππου

Τα μυθιστορήματα ευρείας κατανάλωσης που απευθύνονται αποκλειστικά στο γυναικείο κοινό παρουσιάζουν μια αυξητική τάση ανά τον κόσμο και θεωρούνται κυρίως εμπόρευμα και όχι λογοτεχνικά έργα με αξιώσεις κριτικών παρουσιάσεων, αναλύσεων και βραβείων. Αυτό δεν είναι πρωτοφανές. Όπως μας πληροφορούσε πριν από τριάντα χρόνια η Μαριλίζα Μητσού-Παππά (στο περιοδικό Διαβάζω), «οι ιστορίες αγάπης ως αποκλειστικό θέμα μυθιστορηματικού κειμένου» αποτελούν παμπάλαια συνταγή και ανάγονται στον 18ο αιώνα. Η σημερινή εποχή με τις επιστημονικές ανακαλύψεις, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, τα τεχνολογικά επιτεύγματα, δεν έχει επηρεάσει τον κεντρικό πυρήνα αυτών των μυθιστορημάτων που εξακολουθούν να ασχολούνται με τις αισθηματικές σχέσεις ανδρών και γυναικών. Πιο συγκεκριμένα ασχολούνται με μια ερωτική ιστορία που αφού περάσει από διάφορες φάσεις και υπερπηδήσει τα παντοειδή εμπόδια καταλήγει σ’ ένα ευτυχές γεγονός: το γάμο.

Ένα από τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν ανέκαθεν τους χαρακτήρες στα αισθηματικά μυθιστορήματα είναι η ταξική διαφορά ανάμεσα στην ηρωίδα και τον εκλεκτό της. Εκείνη, νέα και όμορφη, συνήθως, είναι φτωχή, υπάλληλος ή άνεργη, κι εκείνος ωραίος, δυναμικός, και κυρίως πλούσιος, επιχειρηματίας. Κατά κάποιο τρόπο, αποτελεί τη συνέχεια του πρίγκιπα του παραμυθιού, ο οποίος γοητεύεται από τα φυσικά και ψυχικά χαρίσματα της Σταχτοπούτας, της απλής κοπέλας του λαού.

Πρωταρχική σύμβαση στο αισθηματικό μυθιστόρημα ήταν –και εξακολουθεί να είναι– η ταύτιση της αναγνώστριας με την ηρωίδα. Σε αυτό, η αναγνώστρια πρέπει να βρει και ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό της. Διαβάζοντας την ιστορία της ηρωίδας, η οποία, ενώ συναντάει ένα σωρό δυσκολίες και ατυχίες στο τέλος ανταμείβεται με το γάμο, πρέπει να παρηγορηθεί για τις δικές της δυσκολίες και ατυχίες και να ελπίσει πως τα πράγματα θα πάνε κατ’ ευχήν για την ίδια ώστε να ευοδωθούν οι προσπάθειές της.

Στην πορεία, οι ιστορίες αγάπης, οι λεγόμενες και «ροζ», έγιναν τολμηρές, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι ηρωίδες τους απελευθερώθηκαν από τα ταμπού τους. Μέχρι πρόσφατα, στα συγκεκριμένα μυθιστορήματα οι προγαμιαίες σχέσεις έπρεπε αργά ή γρήγορα να καταλήγουν σε γάμο, με δεδομένο τον συντηρητισμό των αναγνωστριών. Διότι, μόνο ο νόμιμος δεσμός του γάμου, μας λέει πάλι η Μαριλίζα Μητσού-Παππά, δικαιολογούσε το ενδεχόμενο σεξουαλικής σχέσης. Ο ερωτισμός όμως και η σεξουαλική πράξη ειδικότερα, υπογραμμίζει η Μίνα Μαχαιροπούλου (στο Διαβάζω), βιώνονται σαν μια παρορμητική  και απαιτητική τάση του αρσενικού «απέναντι στο θηλυκό που είναι γεμάτος αναστολές». 

Άλλα στοιχεία που παρατηρούνται στα αισθηματικά-ερωτικά μυθιστορήματα όλων των εποχών, τα απευθυνόμενα στις γυναίκες, είναι η αγνότητα των κοριτσιών (δηλαδή η παρθενία), η πίστη στο γάμο και στις οικογενειακές αρχές. Κατά περίεργη σύμπτωση, μας λέει η Νέλλη Καψή (στο Διαβάζω), όλες οι ηρωίδες, αν και όμορφες και γοητευτικές, ακόμα και ανεξάρτητες, έχουν ελάχιστη γνώση του αληθινού έρωτα και το κενό «αναλαμβάνει να καλύψει Εκείνος».

Στη κατηγορία αυτή ανήκουν τα λεγόμενα αισθησιακά ή ερωτικά μυθιστορήματα που εξέδιδαν οι εκδόσεις Χαρλένικ Ελλάς (σειρά Άρλεκιν-Desire), από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Σε αυτά, όλα γραμμένα από γυναίκες, οι ήρωες κι οι ηρωίδες, επιδίδονταν σ’ έναν ανηλεή αγώνα κατάκτησης που περιλάμβανε ερωτικές πράξεις, όπου ήταν απαραίτητη η χρήση προφυλακτικού. ΣτοΦλογερός πειρασμός (2006) της Τζάνελ Ντένισον, η Μπρουκ αποπλανείται από τον πρώην κουνιάδο της, τον Μαρκ, αλλά αποφασίζουν να κρατήσουν τη σχέση τους για πάντα, δηλαδή να παντρευτούν.

Δείγμα γραφής:
«Εκείνη αναστέναξε και χαμήλωσε το κορμί της και η καυτή σάρκα της τύλιξε τον ανδρισμό του. Ένα βαθύ βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του Μαρκ και ανασήκωσε τους γοφούς του, μπαίνοντας βαθιά μέσα της».

Τα σύγχρονα αισθηματικά-ερωτικά μυθιστορήματα είναι τόσο τολμηρά που φτάνουν στα όρια της πορνογραφίας. Τα τρία βιβλία της τριλογίας (έχουν πουλήσει 35 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ), της Αγγλίδας Ε.Λ. Τζέιμς με πρώτο το Πενήντα αποχρώσεις του γκρι (τα άλλα δύο τιτλοφορούνται Πενήντα πιο σκοτεινές αποχρώσεις του γκρι και Πενήντα αποχρώσεις του γκρι-Απελευθέρωση), ξεπερνούν τις καθιερωμένες σεξουαλικές περιγραφές και αναφέρονται σε σαδομαζοχιστικές σκηνές ανάμεσα στην ηρωίδα και τον καλό της. 

Αυτή, η 22χρονη Αναστάζια, είναι φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας και παρθένα, κι αυτός, ο 27χρονος Κρίστιαν, επιτυχημένος επιχειρηματίας, χορτασμένος σεξουαλικά, σε βαθμό που χρειάζεται ακραίους τρόπους και εξαρτήματα για να διεγερθεί και να ικανοποιηθεί. Μόλις τον αντικρίζει, η Αναστάζια τον ερωτεύεται και ταυτόχρονα τον ποθεί –πρόκειται για το απόλυτο αρσενικό–, κι όταν  κάνουν έρωτα, αυτός ανακαλύπτει πως είναι παρθένα. Η ιστορία διαδραματίζεται στο Σιάτλ των ΗΠΑ. Στο τέλος, βέβαια, όπως κάθε καλή ροζ ιστορία, παντρεύονται και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

 Δείγμα γραφής:
«Τώρα θα σας γαμήσω, δεσποινίς Στιλ…» μουγκρίζει καθώς ακουμπάει την κόκκινη κορυφή τους πέους του στην είσοδο του κόλπου μου. «Άγρια…» προσθέτει μουρμουριστά και μπαίνει βίαια μέσα μου.

Κάπως έτσι γράφει και η Αμερικανίδα Σίλβια Ντέι, η οποία επηρεασμένη από την Τζέιμς, εμφανίστηκε επίσης με μια τριλογία (τα βιβλία της έχουν πουλήσει 6 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στην αγγλική γλώσσα), με πρώτο το Γυμνή μπροστά σου (εκδόσεις Τουλίπα, θυγατρική των εκδόσεων Ψυχογιός), δεύτερο το Ευάλωτη δίπλα σου και τρίτο το Δεμένη μαζί σου (θα κυκλοφορήσει προσεχώς). 

Κεντρική ηρωίδα εδώ είναι η Εύα, υπάλληλος σε εταιρεία. και κεντρικός ήρωας, ο Γκίντεον, ο ιδιοκτήτης της εταιρείας. Μόνο που η κοπέλα δεν είναι πρωτάρα, έχει ένα σκοτεινό παρελθόν, και δεν φοβάται τον αινιγματικό άντρα, ο οποίος έχει επίσης σκοτεινό παρελθόν και την κάνει να δεθεί μαζί του με τα δεσμά της λαγνείας. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη.

Δείγμα γραφής:
«Με τα χείλη μου κολλημένα στα δικά του, ένιωθα τον οργασμό να πλησιάζει, καθώς ο αντίχειράς του χάιδευε την κλειτορίδα μου και το τεράστιο όργανό του γλιστρούσε ως τον πυρήνα μου».

Αυτά τα αισθηματικά-ερωτικά μυθιστορήματα δεν είναι ούτε πορνογραφήματα με την παλιά έννοια του όρου (βλέπε τα βιβλία της Αναίς Νιν που τα έγραφε για βιοποριστικούς λόγους), ούτε ερωτογραφήματα (όπως εκείνα του Χένρι Μίλερ). Πατάνε γερά πάνω στην πανάρχαια συνταγή και η επιτυχία τους οφείλεται στις σεξουαλικές περιγραφές, που ενισχύουν με πικάντικο τρόπο την κάπως βαρετή παραδοσιακή αφήγηση. Αυτό εύκολα γίνεται αντιληπτό: βλέπουμε πως ο γάμος και η πίστη στο γάμο παραμένουν αναλλοίωτα.

Κάποιοι έχουν χαρακτηρίσει την αναγνώστρια αισθηματικών μυθιστορημάτων ως μικροαστή που «σέβεται πριν από οτιδήποτε άλλο το γάμο», αφού «ο γάμος είναι το κέντρο του κόσμου» (Ευγένιος Αρανίτσης στο Διαβάζω). Ωστόσο, οι αναγνώστριες τέτοιων αφηγημάτων ανήκουν σε όλο το φάσμα της κοινωνίας, είναι φοιτήτριες, άνεργες, εργαζόμενες, νοικοκυρές, πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών. 

Κι εδώ συμβαίνει το παράδοξο: αυτά τα σύγχρονα πορνογραφικά μυθιστορήματα, τα γραμμένα από γυναίκες, όπως η Τζέιμς και η Ντέι, τα διαβάζουν και άντρες, διότι ανεξάρτητα από την έκβαση του ειδυλλίου, γνωστή ευθύς εξαρχής, άρα χωρίς απρόσμενη κατάληξη, μπορούν να βρουν διεγερτικές σεξουαλικές σκηνές –όπως οι ταινίες πορνό–, κάτι που γινόταν πριν μερικές δεκαετίες με κλασικά βιβλία, όπως Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι του Λόρενς, Θα φτύσω στους τάφους σας του Μπορίς Βιαν ή τα μυθιστορήματα του μαρκήσιου ντε Σαντ.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Η Ευτυχία του Πάκο



«Η ευτυχία του Πάκο» είναι άλλο ένα βιβλίο από τον Νίκο Καρβέλα.

Αναφέρεται στη ζωή του Πάκο, που είναι ένας ζητιάνος χωρίς πόδια, ο οποίος έχει στην αυλή του ένα μαγικό δέντρο το οποίο του πραγματοποιεί διάφορες επιθυμίες δεδομένου ότι ο Πάκο το ταΐζει με ανθρώπινα χέρια. Παρανοϊκό, έτσι; Απορώ κι εγώ πώς τα σκέφτεται. Το δέντρο τρέφεται με ανθρώπινη σάρκα και ως αντάλλαγμα χαρίζει στον Πάκο δυο πόδια, αστείρευτο ταλέντο μουσικής σύνθεσης, επιτυχία, χρήμα και τον έρωτα της ζωής του, μέχρι που μια μέρα το δέντρο βγάζει φτερά και πετάει στον ουρανό εγκαταλείποντας και επαναφέροντας τον καημένο τον Πάκο στην αρχική του κατάσταση.

Το βιβλίο ουσιαστικά είναι μια σύγχρονη παραβολή που πραγματεύεται την ματαιότητα των πάντων, την ανικανότητα του ανθρώπου να κατακτήσει την ευτυχία, περιγράφει την μαρτυρική και ψυχοφθόρα διαδικασία της δημιουργίας, ενώ επίσης θωπεύει και διάφορες άλλες υπαρξιακές έννοιες, που είναι διάχυτες και στον «τρίτο δρόμο», το προηγούμενο του βιβλίο για το οποίο έγραψα παλαιότερα.

Να σου πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος αν έπιασα όλα τα νοήματα, γιατί όπως συμβαίνει και με τα τραγούδια του, ποτέ δεν μπορείς να πεις με βεβαιότητα αν αυτό που ακούς κατατάσσεται στα αριστουργήματα ή στις μπούρδες που συνθέτει κατά καιρούς για να σπάσει πλάκα.

Πρόκειται σίγουρα για μια ιστορία με διαστροφική πλοκή, που είναι να απορείς ποιος ανθρώπινος νους μπορεί να την σκαρφίστηκε. Έχει μέσα περιγραφές που ξεπερνούν την έννοια της λογοτεχνίας αλλά και περιγραφές που διερωτάσαι τι έπινε όταν τις έγραφε. Με λίγα λόγια, τυπικός, κλασικός Καρβέλας. Ο λόγος του είναι συνεχής. Δύσκολα βάζει τελεία και ώρες, ώρες σε κουράζει. Παρόλα αυτά παθιάζεται πολύ με αυτό που περιγράφει και αν έχεις δει μερικές συνεντεύξεις του στις οποίες αφήνεται και ξεδιπλώνει απρόσκοπτα τις σκέψεις του, είναι σαν να τον έχεις απέναντί σου να στα διηγείται όλα ενώπιος ενωπίω με τον γνωστό παιδικό του ενθουσιασμό.

Αν τον αγαπάς μέσα από τη μουσική του, δεν μπορείς παρά να τον απολαύσεις και σε αυτό του το πόνημα. Προσωπικά διαβάζοντάς τον ήταν σαν να μπήκα για λίγο στον λαβύρινθο της ψυχής του και σαν να επιβεβαίωσα αυτό που λένε για τις ιδιοφυίες: ότι δηλαδή δεν καταλαβαίνεις απόλυτα αυτό που θέλουν να σου πουν αλλά σε πείθουν για το ότι έγραψαν κάτι το εξαιρετικά σημαντικό. 

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Κράτα Τα Μάτια Σου Κλειστά



Το «Κράτα Τα Μάτια Σου Κλειστά» δεν είναι μόνο το ποπ σουξεδάκι της Ήβης Αδάμου με τις Μέλισσες, είναι και το σίκουελ του «Σκέψου Έναν Αριθμό» του John Verdon, για το οποίο είχα γράψει ολόκληρο διθύραμβο την περασμένη φορά. Το ξεκοκάλισα κι αυτό απνευστί, παρόλη την πίεση που είχα με τα θέατρα τον τελευταίο μήνα, δεν κρατήθηκα λεπτό.

Πρόκειται για άλλο ένα μυστήριο, με μία νύφη που βρέθηκε αποκεφαλισμένη λίγο πριν τη δεξίωση του γάμου της. Δεν πρόκειται για Κύπρια νύφη, αυτές αξίζουν αποκεφαλισμό πολύ πριν τη δεξίωση. Αυτής της το έκοψαν λίγο πριν τα κοκτέιλ. Γενικά, καθ’ όλη την εξέλιξη του μύθου πέφτουν πολλά κεφάλια, της Σαλώμης γίνεται, και δημιουργούνται άπειρα μυστήρια, ξέρεις, από εκείνα για τα οποία μπορεί να μείνεις χωρίς κατούρημα ολόκληρο απόγευμα προκειμένου να τα εξιχνιάσεις παρέα με τον νέο Robert Langton wannabe, τον Ντέηβ Γκάρνεϊ.

Ασφαλέστατα πρόκειται για άλλο ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, δυστυχώς όμως όχι αντάξιο του πρώτου. Περί σήκουελ πρόκειται, το ‘παμε, και τα σήκουελ ουδέποτε ξεπέρασαν τα πρωτότυπα, όμως εδώ έχουμε ακριβώς την ίδια δομή, ακριβώς το ίδιο στιλ αφήγησης και είναι σαν να σου λεν δυο ανέκδοτα με το ίδιο ύφος, με τις ίδιες τεχνικές, πράγμα που πολλές φορές γίνεται προβλέψιμο και χάνει τη γοητεία του. Δεν μπορώ να πω ότι ο Verdon επαναλαμβάνει εαυτόν, αλλά σίγουρα δεν φαντάζομαι να κόπιασε τόσο, όσο για να γράψει το πρώτο. Έχει μια "φόρμα" και την εφαρμόζει και σ' αυτό το μυθιστόρημα, αυτούσια.

Όπως και να ‘χει, επειδή το «Σκέψου Έναν Αριθμό» το θεωρώ αριστούργημα, το «Κράτα Τα Μάτια Σου Κλειστά», όσο και να το θεωρώ υποδεέστερο, εξακολουθεί να παίζει στην Α’ κατηγορία των αστυνομικών μυθιστορημάτων της εποχής μας, έχοντας υπόψη και τη σαβούρα που μας πουλούν καθημερινά. Με λίγα λόγια, να το διαβάσεις κι αυτό.

Τώρα μπορώ να αποπειραθώ να τελειώσω το «Ένας Ξαφνικός Θάνατος» της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ που το αναβάλλω από τα Χριστούγεννα, και θα το διαβάσω μόνο και μόνο για το γαμώτο, για τα €30 που ξόδεψα, αφού ως τώρα 30 σελίδες άντεξα να διαβάσω, κι εκείνες με το ζόρι. 

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Το ξεχασμένο βαλς


Το ξεχασμένο βαλς
Ανν Ένραϊτ
Εκδόσεις Καστανιώτη

Θα κάνω παρουσίαση ενός βιβλίου ξεκινώντας από μια προτροπή. ΜΗΝ ΠΑΤΕ να το αγοράσατε.

Το Ξεχασμένο Βαλς της Αν Ένραϊτ, μας ήρθε με δυνατές κριτικές. Κατά τη γνώμη μου δεν τις αξίζει.

Είναι η ιστορία της Τζίνα που είναι παντρεμένη με τον Κόνορ, αλλά σε κάποια φάση συναντά τον επίσης παντρεμένο Σον, που έχει μια κόρη την Έβι και τα φτιάχνουν.

Θα μπορούσε να είναι μια ωραία ιστορία πόθου. Θα μπορούσε να γίνει σοφτ πορνό call me 50 shades of grey. Θα μπορούσε να βγάζει έντονα  συναισθήματα και προβληματισμούς. Θα μπορούσε να έχει σασπένς.

Ε, λοιπόν δεν έχει τίποτα από αυτά. Περνούν οι σελίδες και να η Τζίνα να λέει πόσο τον θέλει και τον γουστάρει και είναι ερωτευμένη μαζί του. Καμία τύψη για τον Κόνορ ή για την οικογένεια του Σον. 

Η Ανν Ένραϊτ, που τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ για το προηγούμενο μυθιστόρημά της Η συγκέντρωση, διηγείται με ανενδοίαστη αμεσότητα και σαρκαστικό, υπόγειο χιούμορ μια ιστορία σύγχρονης συζυγικής απιστίας, αφήνοντας στην άκρη τις ηθικές παραμέτρους. Στόχος της να φέρει τον αναγνώστη κατευθείαν στον πυρήνα μιας αναντίρρητης αλήθειας: ότι ο έρωτας μπορεί να είναι το ωραιότερο θαύμα στη ζωή ενός ανθρώπου και, παράλληλα, ικανός να γκρεμίσει τα πάντα στο διάβα του.

Αυτό από το εξώφυλλο του βιβλίου. Εγώ πάντως ούτε χιούμορ βρήκα, ούτε με έφερε μπροστά σε μια αναντίρρητη αλήθεια, ούτε τα έχασα μπροστά στον έρωτά τους. Αντίθετα, γύριζα σελίδες να τελειώνουμε με το μαρτύριο.

Και δεν με νοιάζει το ότι και οι δυο ήταν παντρεμένοι, στο κάτω κάτω βιβλίο είναι όχι οι κολλητοί μου για να με νοιάζει τι κάνουν στο κρεβάτι τους, αν και τώρα που το σκέφτομαι ούτε για τους κολλητούς θα έπρεπε να με νοιάζει, αλλά το ενδιαφέρον είναι λόγο φιλίας, όχι λόγω μοιχείας. Θέλω να πω δεν είναι αυτό που με ξένισε. Με ξένισε το γεγονός ότι είναι τόσο άχαρο και τόσο ανιαρό βιβλίο. Σύγκρινε επίσης με την ιστορία μοιχεία της Άννα Καρένινα με τον Βρόνσκι. Από τη γη ως το φεγγάρι η διαφορά.

Γίνεται να διαβάζεις για ένα μεγάλο έρωτα και να χασμουριέσαι; Ούτε συναισθήματα μου έβγαλε, ούτε προβληματισμούς, ούτε τίποτε. Ερωτεύτηκε, απάτησε τον άντρα της, η νέα σχέση με τον γκόμενο, η κόρη του που θέλει εξηγήσεις. Στο ίδιο ύφος σαν να έλεγε πήγα στη λαϊκή αγορά και αγόρασα παντζάρια. Σου κάνει κέφι να διαβάσεις για παντζάρια; Όχι. Ούτε κέφι να διαβάσεις για τούτη την ερωτική ιστορία σου κάνει.

Παραθέτω το κομμάτι όπου η Τζίνα περιγράφει τις στιγμές, λίγο προτού γνωρίσει τον Σον. Όποιος χασμουρηθεί να ρίξει το φταίξιμο στην Ενραϊτ, όχι σε μένα. 

Τώρα χρειάζομαι πραγματικά ένα τσιγάρο. Τα παιδιά της Φιόνα δεν είχαν αντικρίσει ποτέ τσιγάρο στη ζωή τους, έτσι μου είπε – η Μέγκαν, λέει, ξέσπασε σε λυγμούς όταν ένας ηλεκτρολόγος έβγαλε κι άναψε ένα μες στο σπίτι. Ξεκρεμάω την τσάντα μου από την πλάτη της καρέκλας, διασχίζω την ανοιχτή τζαμαρία, περνάω μπροστά απ’ τον Σέι, που μου προτείνει μια μπουκιά κρέας, προσπερνάω γυαλισμένα απ’ τη βροχή παιδικά τρίκυκλα κι εύθυμους κατοίκους του προαστίου και κατηφορίζω ως εκεί που ορθώνεται η μικρή μελία, δεμένη στον τετράγωνο πάσσαλό της, και ο κήπος μεταμορφώνεται σε βουνοπλαγιά. Υπάρχει εδώ ένα καλυβάκι για τα παιδιά, κατασκευασμένο από καφέ πλαστικό, λιγάκι απωθητικό στην όψη, είν’ η αλήθεια – τα δοκάρια δείχνουν τόσο ψεύτικα που θα μπορούσαν να είναι φτιαγμένα από σοκολάτα ή από κανένα καουτσουκένιο φτηνο-υλικό. Κρύβομαι πίσω από μια τραβέρσα και είμαι τόσο απασχολημένη με το να μην μοιάζει αυτό που κάνω με παράπτωμα –ακουμπάω στο φράχτη ισιώνοντας τη φούστα μου, ενώ ψαχουλεύω βιαστικά μες στην τσάντα για το πακέτο– ώστε δεν τον βλέπω μέχρι που ανάβω, οπότε η πρώτη στιγμή θέασης του Σον (σε αυτήν εδώ την ιστορία για τον Σον, που διηγούμαι η ίδια στον εαυτό μου) σημειώνεται πάνω στο πρώτο μου φύσημα προς τα έξω: το περίγραμμα της φιγούρας του κόντρα στη θέα, θαμπωμένο από τον καπνό ενός πολυπόθητου Μάρλμπορο Λάιτ.

Ο Σον.

Είναι, για μια στιγμή, απόλυτα ο εαυτός του. Ετοιμάζεται να στραφεί, μα αυτό δεν το ξέρει ακόμα. Θα γυρίσει και θα με δει που τον βλέπω, κι ύστερα απ’ αυτό τίποτε άλλο δεν πρόκειται να συμβεί, για αρκετά χρόνια. Δεν προκύπτει κανένας λόγος ώστε να συμβεί.
Έχω την αίσθηση της νύχτας. Το φως είναι εκπληκτικό αλλά αταίριαστο – σαν να χρειάζεται να περιστρέψω νοερά όλο τον πλανήτη για να βρεθώ σ’ αυτό τον κήπο, σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο του απογεύματος και σε αυτό τον άντρα, που είναι ο ξένος δίπλα στον οποίο κοιμάμαι τώρα.

Εμφανίζεται μια γυναίκα και του μιλάει χαμηλόφωνα. Εκείνος την ακούει πάνω απ’ τον ώμο του κι ύστερα στρίβει λίγο περισσότερο το κεφάλι για να κοιτάξει ένα κοριτσάκι που ξεμένει πίσω τους.

«Ω, για όνομα του Θεού, Έβι», λέει. Και αναστενάζει – επειδή δεν είναι το ίδιο το παιδί εκείνο που του προκαλεί την ενόχληση μα κάτι άλλο: κάτι μεγαλύτερο και πολύ πιο θλιμμένο.

Η γυναίκα πηγαίνει πάλι πίσω για να τρίψει τη γλίτσα από το πρόσωπο της Έβι μ’ ένα χαρτομάντιλο, που διαλύεται πάνω στο κολλώδες δέρμα του παιδιού. Ο Σον παρακολουθεί για μερικά δευτερόλεπτα. Και μετά βλέπει εμένα.

Κάτι τέτοια πράγματα συμβαίνουν όλη την ώρα. Το βλέμμα σου διασταυρώνεται με το βλέμμα ενός αγνώστου για μια παρατεταμένη στιγμή, κι έπειτα το αποστρέφεις.

Είχα μόλις γυρίσει από διακοπές – μια βδομάδα με την αδελφή του Κόνορ στο Σίντνεϊ και μετά βόρεια, σ’ εκείνο το απίστευτο μέρος όπου μάθαμε να κάνουμε καταδύσεις. Όπου επίσης μάθαμε, απ’ ό,τι θυμάμαι, πώς να κάνουμε έρωτα νηφάλιοι – απλό τέχνασμα αλλά καλό, ήταν σαν να αφαιρείς από πάνω σου ένα περιττό δέρμα. Ίσως γι’ αυτό μπόρεσα να αντιγυρίσω τη ματιά του Σον. Είχα μόλις επιστρέψει από την άλλη μεριά του κόσμου. Ήμουν, για τα δικά μου πρότυπα, στις ομορφιές μου. Ήμουν ερωτευμένη –κανονικά ερωτευμένη– μ’ έναν άντρα που σύντομα θα αποφάσιζα να παντρευτώ, οπότε, όταν με κοίταξε εκείνος, δεν ένιωσα φόβο.

Ίσως θα έπρεπε να είχα νιώσει.

Γιατί είναι εκπληκτικό το πόσα πολλά προσέλαβα με εκείνη την πρώτη ματιά: πόσα πολλά –τώρα που αναδρομικά το σκέφτομαι– θα έπρεπε, κανονικά, να τα περιμένω. Βρίσκονταν όλα εκεί: η σπίθα του ενδιαφέροντος που ξύπνησε μέσα μου ο Σον, η όλη ιστορία με την Έβι. Το θυμάμαι αυτό ολοκάθαρα, όπως θυμάμαι επίσης την ευπρεπισμένη και άκαμπτη ευγένεια της γυναίκας του. Εκείνη την κατάλαβα με τη μία, και τίποτε απ’ όσα έκανε αργότερα δεν με βρήκε απροετοίμαστη, ούτε ανέτρεψε την αρχική εντύπωσή μου. Η Αϊλίν, η γυναίκα που δεν άλλαζε ποτέ το στιλ των μαλλιών της, που ήταν τότε και θα παραμείνει πάντοτε «μέγεθος μικρό». Αν μπορούσα να τη χαιρετήσω τώρα, από αυτήν εδώ τη γέφυρα του παρελθόντος, σίγουρα θα μου έριχνε το ίδιο λίγο πολύ βλέμμα που μου έριξε και τότε. Επειδή κι εκείνη με κατάλαβε. Κατευθείαν. Και, παρόλο που ήταν τόσο χαμογελαστή και καθωσπρέπει, εγώ διέκρινα την εσωτερική της ένταση.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Ο Παγκόσμιος Μινώταυρος



Ο Παγκόσμιος Μινώταυρος
Του Γιάννη Βαρουφάκη
Εκδόσεις: Λιβάνη

Την Κυριακή το απόγευμα, μπροστά από το τζάκι τέλειωσα τον Παγκόσμιο Μινώταυρο του Γιάνη (καμία ανορθογραφία, έτσι το γράφει) Βαρουφάκη. Μου πήρε αρκετό καιρό η αλήθεια να λέγεται, γιατί πρόκειται για ένα δύσκολο βιβλίο. Τελειώνοντας το, με κάποια σημεία, να ομολογώ πως δεν τα κατάλαβα ιδιαίτερα, ένιωσα πιο σοφή και πιο κοντά στο να έχω πιο πλήρη εικόνα του τι γίνεται γύρω από την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Ο Παγκόσμιος Μινώταυρος αφηγείται τα πραγματικά αίτια που επέβαλαν την κρίση σε ολόκληρο τον πλανήτη. Παίζοντας με την αλληγορία του μύθου, όπου οι Αθηναίοι έπρεπε να πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος σε ένα θηρίο ο καθηγητής Οικονομίας εξηγεί πως εμείς σήμερα βιώνουμε κάτι ανάλογο.

Τι έφταιξε τελικά; Η απληστία; Οι πολιτικοί; Οι τράπεζες; Εμείς οι ίδιοι; Πολλά έφταιξαν και δύσκολα κάποιος μπορεί να πείσει ότι δεν προσέθεσε κι εκείνος το λιθαράκι του στο οικοδόμημα της οικονομικής Κρίσης με κεφαλαίο Κ, που ξεκίνησε το 2008 και κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης γνωρίζει καλά το αντικείμενο του και βοηθά και όσους είναι εκτός να καταλάβουν πως φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Πρόκειται για μια εξαιρετική οικονομική ανάλυση, με έντονα ιστορικά και κοινωνικά στοιχεία που εστιάζει στο ζήτημα της παγκόσμιας κίνησης κεφαλαίων και της πυρετικής απληστίας που κατέλαβε το χρηματοπιστωτικό ναό της Wall Street ακόμη και μετά την καταστροφή.

Μπορεί κάποιος να συμφωνήσει μαζί του ή να διαφωνήσει. Ο συγγραφέας μιλά πάντα με πηγές και αναφέρεται σε παράδειγμα, δεν λέει λόγια του αέρα. Ακόμη όμως και να υπάρχουν διαφωνίες, είναι σημαντικό να δούμε ότι αντανακλούν μια άποψη ενός σεβαστού καθηγητή.

Στην Ελλάδα ο Γιάννης Βαρουφάκης έχει φανατικούς οπαδούς και φανατικούς εχθρούς. Η άποψη του, για παράδειγμα, ότι θα ήταν καλύτερα για την Ελλάδα αντί να παίρνει το ένα δάνειο μετά το άλλο και να βυθίζεται στη φτώχεια και στην απόγνωση, θα ήταν καλύτερα να προχωρήσει σε μια ελεγχόμενη χρεοκοπία, έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις.

Είμαστε, ως Κύπρος λίγο πριν υπογράψουμε το μνημόνιο, για αυτό και πιστεύω ότι το βιβλίο προσφέρει πολλά μαθήματα. Ζούμε στην εποχή που κυβερνούν οι τράπεζες, υποστηρίζει ο Έλληνας καθηγητής. Και πιστεύω, πως δεν υπάρξει ούτε ένας που θα διαφωνήσει μαζί του.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Σκέψου Έναν Αριθμό




Το «Σκέψου έναν Αριθμό» το αγόρασα πριν μια βδομάδα με μεγάλη επιφύλαξη, καθότι τα μοντέρνα μυθιστορήματα που ονειρεύονται να γίνουν Κώδικες Ντα Βίντσι τα έχουμε φάει με το κουτάλι και έχουν καταντήσει τα μάλα προβλέψιμα και βαρετά. Όταν η υπάλληλος του βιβλιοπωλείου μου συνέστησε να το διαβάσω, λοιπόν, επιφυλάχθηκα διπλά, αφού το να σου συστήσει μια γκόμενα αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ύποπτο εις διπλούν. Το αγόρασα όμως γιατί είχα μεγάλη ανάγκη να εκτονώσω τα καταναλωτικά μου ένστικτα τη συγκεκριμένη στιγμή και επειδή σκέφτηκα ότι στην χειρότερη περίπτωση θα είχα κάτι για προσάναμμα στο τζάκι.

Απολογούμαι δημοσίως για όλα τα πιο πάνω. Το «Σκέψου Έναν Αριθμό» είναι το ωραιότερο βιβλίο που διάβασα τα τελευταία πέντε χρόνια. Μπορεί και το καλύτερο που διάβασα μια ζωή. Για χάρη του ξαγρύπνησα, παραμέλησα τη δουλειά μου, ακύρωσα συναντήσεις με φίλους και γνωστούς, τα πάντα, όλα προκειμένου να φτάσω στη λύση του μυστηρίου. Πρόκειται για ένα θρίλερ που σε κρατά σε εγρήγορση από την πρώτη στιγμή, σε βαθμό που αρχίζεις και κοιμάσαι με το αμπαζούρ ανοιχτό. Λάτρεψα τις ανατροπές του, τις αναλύσεις των εγκλημάτων που παρέπεμπαν σε αναγνώσεις υποθέσεων της Scotland Yard, τη λογική του, τα πάντα του. Είναι μελετημένο και συγκροτημένο μέχρι την τελευταία τελεία.

Ήταν η πρώτη φορά που βούρκωσα με το που τέλειωσα ένα βιβλίο και η πρώτη φορά που διάβασα πάνω από 200 σελίδες μέσα σε μια μέρα – συνήθως δεν αντέχω να συγκεντρωθώ σε πάνω από 50-60 σελίδες σε ένα 24ωρο.

Το συστήνω ανεπιφύλακτα. Δεν θα σου γράψω τίποτα για την υπόθεση γιατί αξίζει να το εξερευνήσεις όλο μόνος σου. Ελπίζω κι εύχομαι να το δούμε μια μέρα στον κινηματογράφο, αν και αμφιβάλλω αν θα μπορέσει να αποδοθεί στο πανί το δέος που σου εμπνέει με τη γραφή του ο συγγραφέας, John Verdon. Και εις ανώτερα!