Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης

Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης
Μίλαν Κούντερα
Εκδόσεις Εστία

Χτες διάβασα Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης του Μίλαν Κούντερα. Γράφτηκε το 1978 και ήταν το πρώτο βιβλίο, που έγραψε ο Τσέχος συγγραφέας μετά την αυτοεξορία του στη Γαλλία. Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε φέτος, κλασσικά από τις εκδόσεις Εστία και κλασσικά σε μετάφραση του Γιάννη Χάρη.

Είναι μια σειρά διηγημάτων, στο γνώριμο πικρό, πολιτικό και κοινωνικό ύφος του Μίλαν Κούντερα. Θεωρείται από τα καλύτερα του και προηγείται της Αβάστακτης ελαφρότητας του είναι. Σε αυτό το βιβλίο μέσα από τους ήρωες και μπόλικους συμβολισμούς ο Μίλαν Κούντερα καλεί τους συμπατριώτες του να ξεσηκωθούν εναντίον των Ρώσων. Μιλά για την καταπίεση, για τη στέρηση της ελευθερίας για το τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι υποταχτούν αντί να αγωνιστούν.

Το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης βρίσκεται στο μεταίχμιο της συγγραφικής δράσης αλλά και της προσωπικής ζωής του Κούντερα και αποτελεί ίσως το πιο ιδιόμορφο έργο του.

Δεν θα γράψω άλλα για το βιβλίο. Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα.

  • Ο Μίρεκ ισχυρίστηκε πως ήταν απλώς γνωστή του και αρνήθηκε κατηγορηματικά πως είχαν σχέση. Γιατί το μεγάλο μυστικό της ζωής το ήξερε καλά: οι γυναίκες δεν ψάχνουν για ένα ωραίο άντρα, ψάχνουν για ένα άντρα που είχε ωραίες γυναίκες. Το να έχεις λοιπόν άσχημη φιλενάδα, ήταν σφάλμα μοιραίο.
  • Ζήλευε τόσο πολύ; Τον πρώτο καιρό στους μεγάλους έρωτές τους, ούτε λόγος. Πέρασαν όμως τα χρόνια και αυτό που βιώνει σήμερα είναι σαν ζήλεια.

  • Ας το πω διαφορετικά. Κάθε ερωτική σχέση βασίζεται σε άγραφες συμφωνίες, τις οποίες υπογράφουν απερίσκεπτα οι ερωτευμένοι τις πρώτες βδομάδες του έρωτά τους. Βρίσκονται ακόμα σαν μέσα σε όνειρο, αλλά παράλληλα, χωρίς να το ξέρουν συντάσσουν, σαν άτεγκτοι νομικοί τις λεπτομερείς ρήτρες του συμβολαίου τους. Αχ εραστές, προσοχή αυτές τις πρώτες επικίνδυνες μέρες! Έτσι και πάτε στον άλλο πρωινό στο κρεβάτι, θα πρέπει να του το πηγαίνετε εφ’ όρου ζωής, αν δεν θέλετε να σας κατηγορήσουν για έλλειψη αγάπης και προδοσίας. 

  • Για να ξεπαστρέψεις ένα λαό, του αφαιρείς πρώτα τη μνήμη. Καταστρέφεις τα βιβλία του, τον πολιτισμό του, την ιστορία του. Και κάποιος άλλος του γράφει βιβλία, του δίνει πολιτισμό και επινοεί για λογαριασμό του άλλη ιστορία. Έπειτα, ο λαός αρχίζει σιγά σιγά να ξεχνά ποιος είναι και ποιος ήταν. Ακόμη πιο γρήγορα θα τον ξεχάσει ο κόσμος γύρω του. 

  • Το ήξερε πάρα πολύ καλά, όπως το ξέρω κι εγώ, πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αβάστακτο από το να χάνεις τον άνθρωπο που αγαπούσες.
  • Το προνόμιο του έρωτα δεν ήταν μόνο παράδεισος, ήταν και κόλαση.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Της ανάγνωσης δυσκολίες




Να βάλουμε τα δεδομένα μας κάτω.

Νούμερο 1. Τα βιβλία είναι ακριβά. Καταντήσαμε για τρία βιβλία στην καλύτερη των περιπτώσεων να δίνουμε 50 ευρώ. Και στις εποχές που ζούμε τέτοια χρήματα, δύσκολα βγαίνουν από το πορτοφόλι.

Νούμερο 2. Δανειστικές βιβλιοθήκες είναι λίγες. Και αυτές που υπάρχουν, από ό,τι ξέρω δεν έχουν πολλά από της τελευταίας κυκλοφορίας βιβλία.

Νούμερο 3. Καθημερινά κυκλοφορούν δεκάδες βιβλία. Τα περισσότερα δεν μας αφορούν. Από αυτά που ενδεχομένως να μας άρεσαν ποια επιλέγουμε για να αγοράσουμε ή να δανειστούμε;

Νούμερο 4. Απαντώντας το νούμερο 3, υπάρχουν δύο επιλογές. Η πρώτη είναι μαθαίνουμε για ένα βιβλίο από στόμα σε στόμα. Το διάβασε ένας φίλος, ένας γνωστός, το βλέπουμε αν το έχει και ενημερωνόμαστε. Ή καταλήγουμε στις κριτικές των εφημερίδων.

Και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Πόσες φορές δεν έτυχε να αγοράσουμε ένα βιβλίο με διθυραμβικές κριτικές και στο τέλος να κλαίμε τα λεφτά μας; Πολλές φορές. Το διαβάζεις και λες αυτό είναι που οι άλλοι χαρακτήρισαν αριστούργημα και βιβλίο που δεν πρέπει να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη; Το μετροφυλλάς, το εξετάζεις και δεν καταλαβαίνεις τι πήγε λάθος.

Τώρα, εισερχόμαστε στο μέγα ερώτημα. Κρατάτε ένα βιβλίο που δεν σας τραβά. Που πετάγεστε γραμμές αν όχι και σελίδες για να βρείτε κάτι που σας αρέσει. Με το ζόρι κρατιέστε να μην το πετάξετε. Τελικά, τι συνήθως κάνετε; Τελειώνετε το βιβλίο έστω και με το ζόρι, τουλάχιστον να μην πάνε εντελώς χαμένα τα χρήματα που δώσατε; Ή το πετάτε στη βιβλιοθήκη με την ελπίδα ότι κάποτε θα το δείτε με άλλο μάτι και θα το διαβάσετε; Ή το χαρίζετε ξέροντας πως δεν υπάρχει περίπτωση να το πάρετε ξανά στα χέρια σας;

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά


Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά
Τζόναθαν Σάφραν Φόερ
Εκδόσεις Μελάνι


Δέκα χρόνια, πάμε για έντεκα έχουν περάσει από τις επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη. Είναι άραγε μικρό χρονικό διάστημα για να μιλήσει κανείς για ένα τόσο σημαντικό συμβάν;

Το βιβλίο Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά, του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ πραγματεύεται την ιστορία του Όσκαρ ενός αγοριού δέκα χρονών που ο πατέρας του χάθηκε στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Το βιβλίο δεν είναι ιστορικό, δεν παίζει με τα γιατί και το τι προκάλεσε την τραγωδία. Δεν είναι ένα πολιτικό βιβλίο. Είναι πολύ ανθρώπινο, ζεστό γεμάτο όμορφα συναισθήματα. Η ιστορία του είναι πρωτότυπη, κάποτε αστεία και κάποτε μελαγχολική.

Είναι η ιστορία, βασικά, των παιδιών που έρχονται αντιμέτωπα με την απώλεια ενός από τους γονείς τους. Τέτοιο γεγονός δεν χωνεύεται εύκολα, δεν υπάρχουν εξηγήσεις. Όσα χρόνια και να περάσουν, δεν μπορείς να ξεπεράσεις την απώλεια. Να μάθεις να ζεις μαζί της μπορεί, να την αποδεχτείς όχι. Ίσως να είμαι απόλυτη σε αυτό που λέω, όμως δυστυχώς ξέρω από πρώτο χέρι.

Ο Όσκαρ θέλει απαντήσεις. Και δεν διστάζει να πάρει σβάρνα τους δρόμους για να τις βρει, φέρνει τη μάνα του σε απόγνωση. Πιστεύει πως ο πατέρας του, του έχει αφήσει ένα γράμμα. Γαντζώνεται από αυτή την ελπίδα και το αναζητεί. Έχει τύψεις γιατί δεν απάντησε ένα τηλεφώνημα του πατέρα του λίγο πριν πεθάνει. Ίσως αυτό να είναι το γεγονός που πυροδοτεί όλη την ένταση και τις τύψεις που νιώθει. Βαρύ φορτίο για ένα 10χρονο παιδί. Το βιβλίο είναι ένα δάκρυ, ένας λυγμός, ένα σιωπηλό πένθος για μια απώλεια.

Το συστήνω χωρίς καμία επιφύλαξη παρά το μελαγχολικό του ύφος. Άλλωστε η απώλεια είναι μέρος της ζωής μας. Καλύτερα να την αντιμετωπίζουμε όπως τον Όσκαρ παρά να θάβουμε αυτά που αισθανόμαστε και να τα αφήνουμε να θεριεύουν.

Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ είναι 36 χρονών. Κάθε βιβλίο του, χάρη στη μαεστρία με την οποία γράφει κατακτά ταχύτατα τις υψηλότερες θέσεις στις λίστες των ευπωλήτων. Δεν κουράζει, χρησιμοποιεί διάφορα λογοτεχνικά κόλπα για να εξάπτει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον. Το κυριότερο όμως δίνει ιστορίες που μιλούν στην καρδιά των αναγνωστών του.

Αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες παίζει και η ταινία που είναι βασισμένη πάνω στο βιβλίο.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Το Δωμάτιο


Έμα Ντόναχιου
Το Δωμάτιο
Εκδόσεις Ψυχογιός

Συνήθως τα βιβλία που έρχονται με διθυραμβικές κριτικές, τα βλέπω με το μισό μου. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα βιβλίο που έμπνευσή του αποτέλεσε ένα φρικιαστικό γεγονός, όπως ο εγκλεισμός ενός παιδιού στο υπόγειο του σπιτιού του από τον αιμομίκτη πατέρα του. Όλοι θυμάστε την ιστορία του Φριτσλ στην Αυστρία, αλλά δυστυχώς και πολλές άλλες παρόμοιες.

Το Δωμάτιο της Έμα Ντόναχιου μιλά για την ιστορία του 5χρονου Τζακ. Ο Τζακ ζει με τη μαμά του φυλακισμένος στο υπόγειο ενός σπιτιού. Εκεί γεννήθηκε, εκεί ζει, εκεί μεγαλώνει. Διηγείται την καθημερινότητα του και το πώς μαθαίνει τον κόσμο.

Κάθε μέρα για τον Τζακ είναι ξεχωριστή. Η μαμά του έχει στήσει ένα φανταστικό κόσμο γεμάτο αγάπη. Το παραμικρό μετατρέπεται σε παιχνίδι, ακόμη και σε ένα μικρό δωμάτιο, πάντα υπάρχουν εκπλήξεις. Η γλάστρα που την ταΐζουν φαγητό, ο αυγοφίδης που είναι καμωμένος από τα τσόφλια των αυγών που τρώνε, η παλιά μοκέτα. Ακόμη και η Ντουλάπα που ο Τζακ κοιμάται τα βράδια, όταν έρχεται ο απαγωγέας και βιάζει τη μαμά, είναι για τον 5χρονο μια ξεχωριστή γωνιά. Ο Τζακ κλείνεται στην Ντουλάπα, καθώς έχει συμφωνήσει με τη μητέρα του να μη δει ποτέ το πρόσωπό του ο απαγωγέας και βιαστής πατέρας του.

Είναι απίστευτο το πώς η Μαμά παρουσιάζει τον κόσμο στον Τζακ και τον προετοιμάζει για τη μεγάλη απόδραση. Ο απαγωγέας, για παράδειγμα είναι ο σαταΝίκ (μετάφραση του αγγλικού όρου Old Nick ο διάβολος δηλαδή), που φέρνει μόνο το απαραίτητα σε μαμά και παιδί για να ζήσουν. Αν και η μαμά δεν αφήνει ποτέ τον μικρό να δει το σαταΝίκ, τα ψώνια και ό,τι άλλο τους δίνει είναι το Κυριακάτικο Δώρο. Κάτι που περιμένουν με πολλή ανυπομονησία.

Το βιβλίο διαβάζεται πολύ εύκολα με μια αναπνοή. Θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω, αγωνιάς για τον Τζακ και τη μαμά του. Προς το τέλος πλατιάζει λίγο, αλλά ποτέ σε σημείο που να το βαρεθείς.

Με ένα τόσο σκοτεινό θέμα, είναι ένα φωτεινό βιβλίο. Βγάζει απίστευτα συναισθήματα, ζεστά όμορφα. Σε κάνει να νιώθεις πιο δυνατός ως άνθρωπο. Δεν ξέρω αν θα μου άρεσε το ίδιο, αν το διάβαζα πριν αποκτήσω παιδιά. Τώρα όμως διαβάζοντάς το έλεγα θέλω να είμαι το ίδιο δυνατή μάνα για τα παιδιά μου, θέλω να μπορώ να τους χαρίζω χαρά και γέλιο κάτω από οποιεσδήποτε καταστάσεις. Είναι μια ιστορία εξυψωτική, που σε συγκινεί και που σε καμία περίπτωση δεν γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Όταν ο ποιητής παίρνει το όπλο του




Τι συμβαίνει όταν ένας ποιητής παίρνει το όπλο του (τους στίχους και τη φαντασία του) και βγαίνει στους δρόμους της πόλης προκειμένου να συγκεντρώσει υλικό για την παθολογία της χώρας; Μπορεί η ποίηση στις ημέρες μας, που δυσκολεύουν κάθε τόσο και περισσότερο, να επιστρέψει σε κάποιο είδος στράτευσης, να απομακρυνθεί από τον στενό χώρο του εργαστηρίου της και να αντικρίσει ξανά τον κόσμο σε σφαιρική μορφή;
Με τις δύο καινούργιες ποιητικές συλλογές του, που κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα, ο Νάνος Βαλαωρίτης μοιάζει να δίνει μια σαφή απάντηση: η ποίηση όχι μόνο μπορεί, αλλά και οφείλει σε εποχές όπως η σημερινή να αναλογίζεται τις ευθύνες της και να αναλαμβάνει δράση. Φυσικά, ο ποιητής δεν γίνεται να καταλήξει στην μπροσούρα ούτε στην εύκολη καταγγελία: έχει ως καλλιτέχνης τον τρόπο να επεξεργαστεί τις εικόνες του και να μιλήσει για όσα βλέπει να συμβαίνουν τριγύρω του με τη γλώσσα της υποβολής, της μεταφοράς και του υπαινιγμού, αλλά και της ειρωνείας, του χλευασμού ή της μαύρης κωμωδίας.
Και στα δύο βιβλία του, Ουρανός χρώμα βανίλιας, εκδόσεις Άγκυρα, σελ. 108, και Χρίσματα, εκδόσεις Κοινωνία των [δε]κάτων, σελ. 119), ο Βαλαωρίτης εξοργίζεται με το τέλμα στο οποίο έχει περιπέσει ο νεοελληνικός βίος. Πυρπολώντας τα δάση της, εξαπατώντας τους ανθρώπους της με ένα χρήμα το οποίο δεν τους ανήκε και αποθαρρύνοντας κάθε δημιουργική πρωτοβουλία, η Ελλάδα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της όλα τα προηγούμενα χρόνια για να φτάσει στην κρίση και να οδηγηθεί στο χείλος της καταστροφής. Ο Βαλαωρίτης δεν έχει να προτείνει λύσεις, δείχνει, όμως, με τα ποιήματά του πόσο βαρύ είναι το τίμημα που καλούμαστε να πληρώσουμε για τον χρόνιο ατομικισμό μας.

Διαλέγοντας τη σύντομη, τετράστιχη στροφή και καταφεύγοντας κατά τόπους στην ομοιοκαταληξία, ο Βαλαωρίτης αποβάλλει ευθύς εξαρχής το οποιοδήποτε διδακτικό ύφος, βάζει πριν απ' όλους στο στόχαστρο τον εαυτό του και κατορθώνει να εικονογραφήσει τον σκοτεινό αθηναϊκό του περίγυρο χωρίς να γίνει δηλητηριώδης και χωρίς να χάσει το κέφι του. Μήνυμα αισιοδοξίας από έναν ποιητή ο οποίος έχει το σθένος και την παρρησία να γράφει:

«Δεν είμαι από αυτούς
που τους θάβουν εύκολα
έστω ακόμα κι εν ζωή όπου
πολλοί άθαφτοι κυκλοφορούν
στους δρόμους και στα σπίτια.

Από αυτό το άκρον άωτον
του ποιητικού μας λόγου εξέχει
από μνήμα πρόσφατο ρηχό
ένα χέρι που κρατάει ένα μολύβι
κι από νεκρούς και ζωντανούς
εξίσου το μισθό του διεκδικεί».

Πηγή: Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Ερωτικός Πάμπλο Νερούντα και η Δανάη Στρατηγοπούλου


Πάμπλο Νερούντα Δανάη Στρατηγοπούλου 1966 http://photo.kathimerini.gr/kathnews/photos/04-07-04/04-07-04_1283018_31.jpg




Ο Πάμπλο Νερούντα
 (Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο 1904-1973 από καρκίνο ή δολοφονία;) είναι μάλλον ο πιο δημοφιλής ισπανόφωνος ποιητής της εποχής μας. Για τη ζωή και το έργο του, γράφονται πολλά, αφού εκατόν και βάλε χρόνια μετά τη γέννηση του τα πονήματα του παραμένουν αγαπημένα. Στο ακόλουθο ποστ δεν θα υπάρχει ούτε αναφορά στο πολιτικοποιημένο έργο του,ούτε στην ερωτική του ζωή-ίσως να έπρεπε;-ούτε και στη μελοποίηση του από τον Μίκη Θεοδωράκη.
 Παρουσίαση της μικρής συλλογής των νεανικών του ερωτικών ποιημάτων καθώς και μια αναφορά στην Δανάη Στρατηγοπούλου,που υπήρξε φίλη και συνεργάτις του "Ομήρου του 20ου αιώνα" όπως αποκαλούσε τον ποιητή.

. . .


Ένα λεπτεπίλεπτο βιβλιαράκι με ερωτικά ποιήματα η έκδοση που ξαπλώνει στην τσάντα μου. Βέβαια η τσάντα έμεινε στο σπίτι σήμερα,μαζί της και το βιβλιαράκι.
Μικροσκοπικό και κάπου κοντά στο ταμείο του βιβλιοπωλείου, θέση για παιχνιδάκια και καρτούλες ή αυτά τα βιβλιαράκια με τις 365 καλημέρες. Τώρα τί έκαναν οι αναστεναγμοί του Πάμπλο Νερούδα εκεί κοντά, θα σε γελάσω.

Το μετροφύλισσα, στ'αριστερά τα ισπανικά, στα δεξιά η ελληνική μετάφραση. Αντικρυστά αντικρυστά δυο μελωδίες να χορεύουν τις λέξεις του ποιητή. Έρωτας!
Από τότε συνοδεύει σχεδόν καθημερινά την διαδρομή του μετρό, ηρεμεί τα απογεύματα της επιστροφής κυρίως. Ζεσταίνει τη λογική. Ξέρεις πόσο παγωμένη μπορεί να γίνει η τελευταία!



Η πρώτη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε μετά από αρκετά προβλήματα  το 1924, με τίτλο "Ποιήματα μιας γυναίκας κι ενός άνδρα" και δέχθηκε το μένος των κριτικών, που βρήκαν τον τρόπο με τον οποίο ο ποιητής εξέφρασε πόνο κι απελπισία "πολύ ρητορικό κι εγκεφαλικό". Τί να πεις σε ανθρώπους άηχους; Προσπάθησε ο νεότατος Νερούντα με αρθρογραφία να υπερασπιστεί τα πονήματά του. Δεν γνωρίζω τον λόγο που το έκανε. Πάντως  η διαχρονικότητα του ερωτισμού του κέρδισε την οποιαδήποτε κριτική.
Ενενήντα χρόνια αργότερα, τα νεανικά ποιήματα του Νερούντα,έχουν κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντίτυπα,ξεπερνώντας μάλιστα σε πωλήσεις πολλά "κλασσικά" μυθιστορήματα.

Η δυναμική που γεννάει ο ερωτισμός του ίσως να οφείλεται στα ακόλουθα:
  •  Ταξίδευε από παιδί. Συνεχή ερεθίσματα, εναλλαγή τοπίων,επαφών,εγρήγορση.
  • Δεν γνώρισε ποτέ τη μητέρα του, αφού αυτή πέθανε ένα μήνα μετά τη γέννηση του ενώ η κόρη του από τον πρώτου του γάμο πέθανε σε ηλικία 8 χρονών.
  • Η ανάγκη των ανθρώπων που βαδίζουν μεταξύ πραγματικότητας και ονείρων για ελευθερία.
  • Παντρεύτηκε 3 φορές,ποιά μούσα του ερωτεύτηκε περισσότερο δεν ξέρω αν έχει σημασία. Άλλωστε ο έρωτας ανήκει εξολοκλήρου σε αυτόν που τον βιώνει. Η ύπαρξη της Μούσας χάνει τη δυναμική της σαν στεγνώσει η έμπνευση και το μελάνι. Παύση.Ξανά από την αρχή.Μέχρι να στεγνώσει κι ο έρωτας. Εναλλαγή τοπίου,είτε είναι αυτό ξένο σώμα είτε όχι. Πώς αλλιώς θα μείνεις "αιώνια ερωτευμένος";

Στη σκηνή τώρα κάποιοι από τους ερωτικούς του στίχους:

ΠΑΝΤΑ

Για πριν από μένα
δεν νιώθω ζήλια.

Έλα μ' έναν άντρα
στην πλάτη,
έλα μ' εκατό άντρες στα μαλλιά σου,
έλα με χίλιους άντρες ανάμεσα στα στήθη και στα πόδια σου,
έλα σαν ποτάμι
γεμάτο πνιγμένους
που συναντά μανιασμένο τη θάλασσα,
τον αιώνιο αφρό, τον καιρό!

Φέρ' τους όλους
εκεί όπου εγώ σε περιμένω:
πάντα θα είμαστε μόνοι,
πάντα θα είμαστε εσύ κι εγώ 
μόνοι πάνω στη γη,
τη ζωή να πάρουμε απ' την αρχή!


 ...
Για την καρδιά μου
Για την καρδιά μου αρκεί το στήθος σου,
για την ελευθερία σου αρκούν τα φτερά μου.
Απ' το δικό σου στόμα φτάνουν ως τον ουρανό
όσα κοιμούνταν στην ψυχή σου μέσα.


Μέσα σου στέκει το ξεγέλασμα της κάθε μέρας
Έρχεσαι σαν τη δροσιά πάνω στα στόματα των λουλουδιών.
Στέλνει στα καταχθόνια τους ορίζοντες η απουσία σου.
Στους αιώνες των αιώνων αλαργεύοντας σαν της θάλασσας τα κύματα.


Και είπα τότε πως τραγούδαγες στον άνεμο
ωσάν τα πεύκα και ωσάν τα κατάρτια των πλοίων.
Σαν πεύκο είσαι εσύ και σαν κατάρτι πανύψηλη και αμίλητη.
Και ξαφνικά μελαγχολείς, σαν επιβάτης σε μπάρκο.


Φιλόξενη, ανοιχτόκαρδη σα δρόμος παλιός.
Σε κατοικούν φωνές και αντίλαλοι της νοσταλγίας.
Ξυπνάω εγώ, και τότε, κάπου, κάπου, αποδημούνε τα πουλιά
που κοιμούνταν στην ψυχή σου μέσα.
 
 ...
Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις
Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια η νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα κι απ' αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο - μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.
...

Μέσα σου η γη

Μικρό μου
τριαντάφυλλο,
ρόδο μου μικρό,
κάποιες φορές,
μικροσκοπικό κι ολόγυμνο,
μοιάζεις
ότι στο χέρι μου
χωράς,
κι ότι στη χούφτα μου θα σε κλείσω
και θα σε φέρω στο στόμα μου,
όμως
ξαφνικά
τα πόδια μου ακουμπάνε τα πόδια σου και το στόμα μου τα χείλη σου,
έχεις μεγαλώσει,
ψηλώνουν οι ώμοι σου σαν δύο λόφοι,
τα στήθη σου περιδιαβαίνουν το στήθος μου,
το χέρι μου ίσα που καταφέρνει ν’ αγκαλιάσει τη λεπτή
γραμμή από τη νέο φεγγάρι της μέσης σου :
στον έρωτα σαν το νερό της θάλασσας έχεις λυθεί :
κοιτώ τα πιο μεγάλα μάτια του ουρανού
και σκύβω στο στόμα σου για να φιλήσω τη γη.


Δανάη Στρατηγοπούλου (1912-2009)



Έχοντας διαβάσει λίγους στίχους του Νερούντα στην εφηβεία, προσπέρασα το όνομα της μεταφράστριας τους,Δανάης Στρατηγοπούλου, που γνώριζα ως μια "παμπάλαιη" Ελληνίδα τραγουδίστρια, ερμηνεύτρια τραγουδιών του Αττίκ. Δεν θυμάμαι αλλά πιθανόν να το πέρασα και για συνωνυμία.
Δυστυχώς δεν μπόρεσα ακόμη να εμβαθύνω στη δισκοβιβλιογραφία της Στρατηγοπούλου μα  βιαστικές ματιές στο διαδύχτιο  παρουσιάζουν το έργο της στην Ελλάδα αλλά και στη δεύτερη πατρίδα της,την Χιλή.
Η "δασκάλα"Δανάη θα έπρεπε ν'αποτελεί Υπόδειγμα κάθε Ελληνίδας και σίγουρα μέρος της διδαχτικής ύλης των σχολείων μας (Αν όμως ισχύει κάτι τέτοιο απολογούμαι για το λάθος). Πρωτοξεκίνησε με τη δημοσιογραφία,συνέχισε με τη Μουσική, τη Συγγραφή. Δίδαξε Ελληνική Λαογραφία στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο, μετέφρασε ισπανόφωνα έργα στα ελληνικά, μετέφερε ελληνικά δημοτικά τραγούδια στα ισπανικά. Βοήθησε στη μετάφραση της  Οδύσσειας του Ν.Καζαντζάκη στα ισπανικά. Πάντρεψε τους δύο κόσμους της. Υπήρξε όμως πάντα μουσικός, συνθέτοντας κι ερμηνεύοντας τραγούδια, διδάσκοντας φωνητική σε πολλά ωδεία.
Μελοποιήσε και μετέφρασε Πάμπλο Νερούντα πριν αυτός βραβευτεί με το Νόμπελ το 1971. Σε συνέντευξη του 2002 η Δανάη Στρατηγοπούλου αναφέρει πως αυτή πρώτη έγραψε μουσική για τους στίχους του ποιητή.


ΥΓ:το ποστ ήθελε αρχικώς να παρουσιάσει ένα θραύσμα των ερωτικών ποιημάτων του Χιλιανού ποιητή. Στην πορεία,ανακαλύπτοντας όλο και περισσότερα για τη Δανάη Στρατηγοπούλου, το ποστ πήρε 2-3 στροφές που δεν ήταν χαρτογραφημένες στο GPS του. Δεν απολογούμαι διότι αξίζε η ανακάλυψη αυτής εδώ της συνέντευξης,όπου η 90χρονη Δανάη δίνει γλυκά μαθήματα πνευματικής διαύγειας.
Παραθέτω το 2ο απόσπασμα από το βίντεο,όπου προς το τέλος υπάρχει αναφορά στη σχέση της Στρατηγοπούλου με τον Πάμπλο Νερούντα.



Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Οι λέξεις που ξεχάσαμε


Οι λέξεις που ξεχάσαμεΝίκος Σαραντάκος
Εκδόσεις του εικοστού πρώτου

Βρήκα αυτό το κείμενο στα Νέα. Είναι παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Σαραντάκου για λέξεις που δεν χρησιμοποιούμε, που σχεδόν ξεχάσαμε. Μου άρεσε η παρουσίαση παράγγειλα το βιβλίο. Μέχρι να κάνω κριτική παραθέτω το ρεπορτάζ της εφημερίδας.

Υπάρχουν λέξεις πάντοτε χρήσιμες και επίκαιρες, λίγο όμως παλιωμένες, με αποτέλεσμα να λείπουν από τα λεξικά. Μια τέτοια λέξη είναι ο ποσαπαίρνης, «ημέτερος» δηλαδή με διάφορες αργομισθίες που επιβαρύνουν το δημόσιο ταμείο. Τον περιλαμβάνει σε στίχο του ο Παλαμάς, τον περιλαμβάνει και ο Σουρής, είχε δε ιδιαίτερο σουξέ επί Τρικούπη.

Υπάρχουν και λέξεις πιο αθώες, που τις τραγουδάμε όλοι χωρίς να ξέρουμε τι σημαίνουν, όπως το καραντί, που ήταν να μπατάρει το καράβι του ποιητή της θάλασσας, του Νίκου Καββαδία. Καραντί είναι η φουσκοθαλασσιά που συνεχίζεται και μετά την πτώση των ανέμων, η κουφοθάλασσα. Ούτε αυτή υπάρχει στα νεότερα λεξικά.

Οπως δεν υπάρχουν το κασαβέτι, η γράνα (που χρησιμοποίησε αιφνιδιαστικά σε ομιλία του ο Βύρων Πολύδωρας το 2007 και συζητήθηκε), το μακάμι, ο μαλάθρακας, η αντράλα, ο παϊτέρης, το μπαγιόκο, ο καρύτζαφλος, ο καλιοντζής, ο ζαμπούνης, ο συρμακέζης, η σουβάλα, η τραβάγια και πολλές άλλες.

Με 366 από αυτές, όσες και οι ημέρες του χρόνου το 2012, έφτιαξε βιβλίο ο γνωστός συγγραφέας και ερευνητής της γλώσσας - μεταφραστής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το επάγγελμά του - Νίκος Σαραντάκος. Το βιβλίο λέγεται «Λέξεις που χάνονται» και κάθε λήμμα συνοδεύεται από ένα ενδιαφέρον ταξίδι στην Ιστορία, την ετυμολογία και τη λογοτεχνική χρήση της λέξης. Το 75% των λέξεων αυτών είναι δάνεια ή αντιδάνεια και, όπως λέει ο συγγραφέας, «ο γλωσσικός δανεισμός είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά φαινόμενα» που, «σε αντίθεση με τον οικονομικό υπερδανεισμό, δεν καθηλώνει αλλά αναζωογονεί - δείτε την αγγλική, η οποία χάρη στον εύκολο δανεισμό από παντού απέκτησε το πλουσιότερο λεξιλόγιο από όλες τις σύγχρονες γλώσσες».

Ο Νίκος Σαραντάκος επέλεξε λέξεις που να μην καταχωρίζονται στα πιο δημοφιλή νεότερα λεξικά, όχι όμως αρχαίες ή μεσαιωνικές λέξεις που χάθηκαν από αιώνες, αλλά λέξεις που ακούγονται ακόμα ή ακούγονταν μέχρι τον 20ό αιώνα. Παράδειγμα το ζνίχι - η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από ζν! Είναι το πίσω μέρος του λαιμού, ο σβέρκος, ο αυχένας. Ισως ετυμολογείται από το ινίον (άγνωστο όμως με ποια διαδρομή). Πάντως το βυζαντινό λεξικό Σούδα έχει ζινίχιον το λουρί του υποδήματος. Σλαβική αρχή δεν μπορεί να αποκλειστεί. Εμφανίζεται σε πολλές παροιμίες, π.χ. «το φιλότιμο μαυρίζει το ζνίχι» (επειδή ο φιλότιμος υποχωρεί), ενώ διάσημος είναι ο στίχος της «Ζούγκλας» του Βάρναλη, όπου ο ποιητής σαν αιλουροειδές ποθεί να χώσει νύχι και δόντι «στο κρουστό σου ζνίχι το μαυριδερό».

Σε πολλές περιπτώσεις όπως επισημαίνει ο Σαραντάκος, μια λέξη καλώς δεν περιλαμβάνεται στα λεξικά. Αλλού όμως θεωρεί ότι θα έπρεπε να περιλαμβάνεται. «Πιστεύω ότι η λεξικογραφία μας πράγματι περιφρονεί ελαφρώς τις λαϊκές και καθημερινές λέξεις. Είναι κι αυτό, θαρρώ, απόρροια της αντίληψης ότι η νέα γλώσσα είναι τάχα παρακατιανή και ωχριά μπροστά στα αρχαία ελληνικά. Είναι επίσης συνέπεια του ότι οι λαϊκές λέξεις λεξικογραφούνταν δυσκολότερα», λέει.

Πηγή: Τα Νέα

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.

Γνωστό το βιβλίο, γνωστότερος και ο συγγραφέας.
Κατά την γνώμη μου το απόλυτο ερωτικό βιβλίο όλων τον εποχών, ένας ύμνος για την πραγματική αγάπη που ξέρει να περιμένει, και να επιμένει μέχρι να πετύχει τον στόχο και την ολοκλήρωση της.
Προτείνεται ανεπιφύλακτα σέ όσους αγαπούν πραγματικά.
ΔΕΝ προτείνεται για την ημέρα του "Αγίου Βαλεντίνου"

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Παράφραση Τζένης

Μια βιβλιοπαρουσίαση που έγραψα το 2010,λίγο πειραγμένη μετά που ξαναδιάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο του Michael Thomas Ford πριν μερικές νύχτες,έχοντας πλέον υπόψη μου ότι πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της τριλογίας "Jane Farefax", μιας παράφρασης (αν προτιμάτε) αφιερωμένης στη γνωστή συγγραφέα Jane Austin.

Δύο αιώνες μετά τη Λογική και την Ευαισθησία. Διακόσια πλας χρόνια από την Περηφάνεια και την Προκατάληψη. Η προσγείωση της Έμμας είναι προϊστορία και η Τζέιν-Όστιν-Μάνια, ακριβή κληρονομιά από τις μαμάδες (και τις γιαγιάδες;) μας.
Ψάχνοντας για τον Μίστερ Ντάρσι, χασμουριέται η Τζέιν με την ηλιθιότητα των επόμενων γενιών. "Ψάξε για τον εαυτό σου", γκρινιάζουν τα μάτια της. Ποιά/ος την ακούει όμως;

Η Τζέιν Όστιν δεν πέθανε. Χάρισε την παρθενιά της σ' έναν ποιητή (μαντέψτε ποιόν!)κι έγινε βρυκόλακας. Ζει ανάμεσά μας. Βλέπει τα  βιβλία και το όνομά της να γίνονται θησαυροί στα χέρια του μάρκετιγκ ενώ το τελευταίο της χειρόγραφο έχει απορριφθεί 166 φορές. Η ίδια προσπαθεί εδώ και δύο αιώνες να βρει εκδότη μα ... τίποτα. Εξάλλου πάνε διακόσια χρόνια από την τελευταία φορά που έχει γράψει. Και την λένε Τζέιν Φέαρφαξ τώρα πια.
Δεν πρόκειται για μεγάλη Λογοτεχνία. Όμως η ευφυία του Φορντ και η κυνική παράφραση του είναι αγαπημένες συντροφιές για μερικές ώρες,βραδιές,μέρες, εξαρτάται πότε θα διαβάσει κανείς το συγκεκριμένο βιβλίο.


...
Στην πρώτη ανάγνωση,δεν γνώριζα ότι πρόκειται για βιβλιο της λεγόμενης "Παρανορμάλ λογοτεχνίας",της οποίας δεν είμαι πιστή αναγνώστρια. Ούτε ήξερα τί με περίμενε, παρ΄όλο που είχα διαβάσει κάποια από τα βιβλία του Ford αφού με τον συγκεκριμένο συγγραφέα δεν γνωρίζεις ποτέ τί θα σου φέρει η επόμενη σελίδα.εκτός βέβαια αν διαβάζεις το 2ο+ βιβλίο συγκεκριμένης σειράς του.


Για τις οπαδούς της τζεϊνοστινικής λογοτεχνίας,θα το συνιστούσα μονάχα αν είστε διατεθειμένες να δείτε την συγγραφέα βρυκόλακα,άσημη και προσγειωμένη στη νέα πραγματικότητα του 21ου αιώνα με τον σαρκασμό που προϋποθέτει (αν και τα δεδομένα αλλάζουν στο 2ο βιβλίο).

Ίσως μια καλή Πύλη για όσους θέλουνε να γνωρίσουν τον κόσμο της παρανορμάλ λογοτεχνίας.


ΥΓ: Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας "Jane Goes Batty" κυκλοφόρησε πριν 1 χρόνο, και περιμένει ανάγνωση.
ΧΓ: Ποιός ο ελληνικός όρος του "paranormal literature/romance" ;

Οι Περιπέτειες του Μικρού Νικόλα



Κάποτε εμείς οι μεγάλοι παραβλέπουμε την παιδική λογοτεχνία, εν ασχολούμαστε μαζί της εχτός και αν έχουμε μωρά. Όμως ο μικρός Νικόλας εν ένας διαχρονικός ήρωας που παρόλο που ζει εδώ και μισό αιώνα συνεχίζει να διασκεδάζει με τις αταξίες του.

'Οι περιπέτειες του Μικρού Νικόλα' επρωτοεμφανιστήκαν το 1956 και εδημοσιεύκουνταν σε εφημερίδες. Ήταν το αποτέλεσμα της συνεργασίας του Ρενέ Γκοσινί, πιο γνωστός για τον Αστερίξ και τον Λούκι Λουκ και του σκιτσογράφου Ζαν Ζακ Σανπε, ο οποίος εδώσε μιαν άλλη διάσταση στις περιπέτειες του Μικρού Νικόλα με τα σκίτσα του. Πριν λια χρόνια η κόρη του Γκοσινί ανακάλυψε κάτι ανέκδοτες ιστορίες του Μικρού Νικόλα και εξέδωσεν τες, εξού και το ότι αν πάτε σε ένα βιβλιοπωλείο σήμερα θα έβρετε πολλά βιβλία με τις Περιπέτειες του μικρού Νικόλα.

Ο Νικόλας ζει σε μιαν πόλη της Γαλλίας την δεκαετία του 50, εν ένα πολλά ευτυχισμένο μωρό, διηγείται την καθημερινότητα του σε πρώτο πρόσωπο και μέσα που την αθώα του μαθκία μπορεί να δώκετε χαμέ που τα γέλια. Κεντρικοί στην ιστορία του Μικρού Νικόλα εν η μάμα και ο παπάς του. Η μάμα του, λέει ο Νικόλας, κάποτε κλαίει άμα έρτει σπίτι και έβρει τις ζημίες που έκαμεν είτε ο Νικόλας είτε ο παπάς του, επίσης η μάμα του επιμένει να του γοράζει ρούχα με παπάκια και αρκουδάκια, ο Νικόλας αναρωτιέται αν η μάμα του εν καταλάβει πως εμεγάλωσε ή αν της αρέσκει να τον βλέπει να παίζει ξύλο με 'τα παιδιά' που πάντα γίνεται άμα εμφανιστεί με έτσι ρούχα. Ο παπάς του Νικόλα γκρινιάζει συνέχεια για τη δουλεία του, επίσης γκρινιάζει για τον γείτονα του με τον οποίο εν συνέχεια σε ανταγωνισμό, όπως τότε που εθέλαν να ξεκινήσουν και οι δύο τα αυτοκίνητα τους την ίδια ώρα και εν υποχωρούσε κανένας ώσπου και έβαλεν ο ένας πισινή και ο άλλος μπροστινή και τελικά εν επίαν πικνικ όπως ήταν κανονισμένο.

'Τα παιδιά' όμως εν το κέντρο της ύπαρξης του Νικόλα. Παίζουν μάππα σε αλάνες, κάμνουν ζημίες στο σχολείο, κάμνουν την δασκάλα τους να κλαίει και πλακώνουνται στο ξύλο. Ο Αλστετ εν ο καλύτερος φίλος του Νικόλα, εν χοντρός και τρώει συνέχεια, τουλάχιστον έτσι λαλεί ο Νικόλας. Μετά εν ο Εντ, ο οποίος εν πολλά δυνατός και πρέπει να προσέχεις να σε διαλέει πάντα στην ομάδα του γιατί αλλίως σίουρα θα φαεις καμίαν. Ο Ζοφρουα εν το μόνο που 'τα παιδία' που κυκλοφορεί με πορτοφόλι, λογικό λαλεί ο Νικόλας αφού εν ο μόνος που έχει χαρτονομίσματα. Ο Ανιάν εν ο σπασίκλας, φορεί γυαλιά και συνέχεια θέλει να εν το πετ της δασκάλας, σπάζει τα νεύρα στους υπόλοιπους αλλά ελπίζουν πως κάποια μέρα θα τους αφήσει να αντιγράψουν.






Ο μικρόκοσμος του Νικόλα εν γεμάτος. Εν ένα μωρό χαρούμενο, που άμα κλαίει καμία φορά εν ευτυχισμένος που ενεν τζιαμέ 'τα παιδία' να τον δουν. Ο Νικόλας εν αστείος και σίουρα εννα σας κάμει να γελάσετε.

Αν έχετε μωρά εν σίουρα ενα βιβλίο που πρέπει να γοράσετε για να το διαβάζετε μαζί τους, αν πάλε εν έχετε εννα βρετέ ότι και με το να αφιερώσεις 5 λεπτά για να διαβάσεις μια ιστορία του Νικόλα θα σου φτιάξει την μέρα.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Το βιβλίο.

Χωρίς σχόλια.

Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου


Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου
Χαρούκι Μουρακάμι
Εκδόσεις Ωκεανίδα

Σε αυτό το βιβλίο του ο πολύ αγαπημένος Χαρούκι Μουρακάμι βάζει τις ανθρώπινες σχέσεις κυρίως ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες στο μικροσκόπιο. Είναι γραμμένο με πολλή δόση ρομαντισμού, που δεν υπάρχει στα υπόλοιπα του βιβλία, απλό στο γράψιμο με όμορφες σκηνές. Όσον αφορά τον τρόπο γραφής, θα έλεγα ότι δεν είναι από τα αντιπροσωπευτικά του Ιάπωνα συγγραφέα, ωστόσο αυτό δεν ξενίζει καθόλου.
Ο Μουρακάμι, διάβασα κάπου, καταπιάνεται στα βιβλία του με όλα τα θέματα που απασχολούν το σημερινό άνθρωπο, την ευτυχία, τον έρωτα, τη μοναξιά, την απομόνωση στις πόλεις, την αυτογνωσία, τον πόλεμο καί όλα αυτά με έναν τρόπο απατηλά απλό. Όμως τα βιβλία του, μόνο απλά ή απλοϊκά δεν είναι.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Χατζίμε. Όταν ήταν παιδί ήταν ερωτευμένος με τη συμμαθήτριά του τη Σιμαμότο. Ωστόσο πριν γίνει οτιδήποτε, η Σιμαμότο αναγκάστηκε να μετακομίσει.
Ο Χατζίμε τέλειωσε το σχολείο πήγε πανεπιστήμιο, παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια. Είναι ευτυχισμένος και έχει μια στρωτή ζωή. Με τη βοήθεια του πεθερού του, ναι ναι ακούγεται πολύ κυπριακό τούτο, αλλά και στην άλλη άκρη της γης οι πεθεροί τα βρίσκουν με τους γαμπρούδες τους, προκειμένου να είναι οι κόρες τους ευτυχισμένες, ανοίγει ένα τζαζ μπαρ στο Τόκιο.

Όλα κυλούν όμορφα, ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στο μπαρ η Σιμαμότο. Κλασσική αντρική ιστορία. Υπήρχε ποτέ περίπτωση μια γυναίκα να αναστατωθεί και να βάλει σε κίνδυνο την οικογένεια της, επειδή εμφανίστηκε η αγάπη της από το σχολείο; Με καμία περίπτωση. Αλλά ο αντρικός κόσμος είναι ο κόσμος των εμμονών και των λεπτομερειών και ο Χατζίμε δεν αποτελεί εξαίρεση.
Τον λυπήθηκα η αλήθεια τον Χατζίμε αλλά από την άλλη δεν μπόρεσα να σκεφτώ ότι τα ήθελε ο κώλος του τις ταλαιπωρίες. Κύριος από τη στιγμή που έχεις οικογένεια, παιδιά και είσαι ευτυχισμένος τι κάθεσαι και σκαλίζεις στο παρελθόν; Γιατί να θέλεις να τα τινάξεις όλα στον αέρα για μια ψευδαίσθηση;
Η ιστορία του βιβλίου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινότυπη, αλλά ο Μουρακάμι την απογειώνει σε ένα συναρπαστικό αφήγημα για τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι μια ιστορία από αυτές που ακούμε καθημερινά, γραμμένη όμως με τρόπο που μέχρι την τελευταία σελίδα σε καθηλώνει και σε κάνει να θέλεις να δει τι θα γίνει παρακάτω.
Επίσης, το βιβλίο είναι γεμάτο με μουσική. Ως ιδιοκτήτης ενός τζαζ μπαρ ο Χατζίμε βουλιάζει καθημερινά στις νότες. Εξού και ο τίτλος του βιβλίου, είναι ένα τραγούδι.

Οι κριτικές που διάβασα για το βιβλίο είναι διχασμένες. Οι μισές το εξυμνούν, λέγοντας ότι είναι αριστούργημα μια ελεγεία πάνω στον έρωτα και το σαρκικό πόθο. Οι άλλες μισές εκφράζουν απογοήτευση, χαρακτηρίζοντας το ρομάντζο καθημερινής χρήσεως. Πάντως, όλοι συμφωνούν στον αριστουργηματικό τρόπο γραφής του Χαρούκι Μουρακάμι.

Ο Μουρακάμι, γράφει για όλα εκείνα που πιστέψαμε πως συνιστούν αυτό που λέμε «εαυτός μας», αλλά που βλέπουμε τα ίχνη τους σταδιακά να σβήνουν καθώς ο χρόνος κυλά. «Πάντα χάνεις κάτι ενώ μεγαλώνεις» είναι η φράση που λέει στον Χατζίμε η σύζυγός του, υπενθυμίζοντάς του πως δεν είναι ο μόνος που άφησε πίσω το νεανικό όνειρό του.

Μην ανησυχείτε, δεν σας αποκάλυψα το τέλος, υπάρχουν ανατροπές και όσοι το διαβάσουν θα νιώσουν ότι τους άφησε κάτι, ακόμη και αν δεν συμφωνούν με τον Χατζίμε.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Η κοκκινοσκουφίτσα μετά...


Συγγραφέας: Χρήστος Μπουλώτης
Εικονογράφος: Βασίλης Παπατσαρούχα

Εκδόσεις: Παπαδόπουλος 


Το παραμύθι με την Κοκκινοσκουφίτσα και τον κακό λύκο το ξέρετε, εδώ έχουμεν την συνέχεια του παραμυθιού, όπου η μαμά Κοκκινοσκουφίτσα απολαμβάνει την φήμη που απέκτησε απο την περιπέτεια της, παντρεμένη πλέον με το γιό του κυνηγού που την γλύτωσε απο τον κακό λύκο. Έχουν αποκτήσει 12 κόρες, όλες με το όνομα κοκκινοσκουφίτσα οι οποίες λαχταρούν να ζήσουν μια περιπέτεια ίδια με της μαμάς τους. Το πρόβλημα τους είναι ότι δέν υπάρχει πλέον δάσος και οι λύκοι έχουν εγκαταλείψει το χωρίο που τώρα είναι μια μεγάλη πόλη.
Αποφασίζουν τότε να παραγγείλουν ένα κουρδιστό λύκο με την ελπίδα ότι θα καταφέρουν να ζήσουν για λιγο την περιπέτεια που έζησε η μαμά τους. Όταν όμως παραλαμβάνουν τον κουρδιστό λύκο και ετοιμάζουν το τεχνητό δάσος που έχουν φτιάξει για να τις κυνηγήσει, συμβαίνει κάτι που ούτε στα πιο τρελλά τους όνειρα δεν είχαν φανταστεί...

Υπέροχο παιδικό βιβλίο που διαβάσετε και απο μεγαλύτερους , η καλπάζουσα φαντασία του συγγραφέα κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα και δίνει μια ανατρεπτική συνέχεια στο γνωστό παραμύθι. Διαβάστε το στα παιδιά σας σίγουρα θα ενθουσιαστούν.
Το έχω δανειστεί απο το νηπιαγωγείο του γιού μου και σκέφτομαι να το αγοράσω.

E-book vs παραδοσιακό




Ο Νίκος Μπακουνάκης στο Βήμα της Κυριακής έγραψε ένα άρθρο με τίτλο Δαβίδ vs Γολιάθ για τη μάχη που δίνει το παραδοσιακό βιβλίο εναντίον του e-book. Πήρε αφορμή τον αγώνα επιβίωσης της ιστορικής αλυσίδας «φυσικών» βιβλιοπωλείων Barnes and Noble, απέναντι στην Amazon του Τζεφ Μπέζος, που έχει πάρει φόρα με τα e-books που πουλά. Όπως έγραψε «η επιβίωση της ιστορικής αλυσίδας στις ΗΠΑ έχει και συμβολικό χαρακτήρα για όλον τον κόσμο, καθώς το παραδοσιακό βιβλιοπωλείο πλήττεται παντού και στην Ευρώπη και θεωρείται ο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα του βιβλίου».

Εγώ διαβάζω παραδοσιακά βιβλία. Περνώντας τουλάχιστον ένα δεκάωρο την ημέρα μπροστά από μια οθόνη, δεν μπορώ να ξεκουραστώ διαβάζοντας βιβλία σε ένα  e-book reader. Εξάλλου, ανήκω στην τελευταία ίσως γενιά που μεγάλωσε με το χαρτί. Εγώ και οι φίλοι μου δανείζουμε ο ένας του άλλου παραδοσιακά βιβλία. Για τους νεότερους που είναι συνέχεια με το κινητό στο χέρι ή μπροστά από το computer ενδεχομένως να έρχεται πιο φυσικό το e-book.
Τα επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές είναι πολλά, όπως και τα συμφέροντα. Ο Μπακουνάκης υποστηρίζει πως η μάχη του Barnes and Noble δεν είναι καθαρά επιχειρηματική. Είναι και πολιτιστική.

Τα σχόλια που ανάρτησαν άνθρωποι που διάβασαν το άρθρο του, ήταν τα περισσότερο επικριτικά. Του έγραψαν ότι η ζωή προχωρεί, πως έτσι είναι η τεχνολογία και πως είναι μάταιο να κάθεται να κλαίει το βιβλίο. Οι ιστορίες, η ανάγνωση δεν χάνεται απλά διαφοροποιείται. Όπως, για παράδειγμα άλλαξε ο τρόπος που επικοινωνούμε, έτσι άλλαξε και ο τρόπος που διαβάζουμε.

Θα μου πάρει χρόνο μέχρι να αποφασίσω να ακολουθήσω εντελώς το e-book. Υποψιάζομαι, μέχρι να το κάνω θα έχω αποκτήσει πρεσβυωπία και θα κρατώ το iPad σε απόσταση μισού μέτρου από τα μάτια μου για να διαβάζω…  Μου αρέσει το παραδοσιακό βιβλίο. Μου αρέσει να μετροφυλώ το χαρτί, να γράφω σημειώσεις στο πλάι. Είναι θέμα γούστου είπαμε.

Θα ήθελα όμως να δω και τη δική σας άποψη για το πώς διαβάζετε. Μετακομίσατε ηλεκτρονικά ή επιμένετε παραδοσιακά; Το βρίσκετε τρομερό σε κάποια φάση να μην υπάρχουν βιβλία όπως τα ξέρουμε σήμερα ή απλά η ζωή συνεχίζεται;

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Μαμά, Μπαμπά δε με κοιτάξατε και χάθηκα



Παρουσίαση βιβλίου
Μαμά, Μπαμπά δε με κοιτάξατε και χάθηκα της Αγγελικής Μπολουδάκη
Εκδόσεις Αραξοβόλι
Το βιβλίο Μαμά, Μπαμπά δε με κοιτάξατε και χάθηκα της Αγγελικής Μπολουδάκη, Ειδικού Ψυχικής Υγείας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
Αραξοβόλι.
Απευθύνεται σε γονείς που επιθυμούν να διερευνήσουν πώς τα μηνύματά τους διαπερνούν τον ψυχισμό των παιδιών τους, μορφοποιούν την εικόνα τους και υφαίνουν την προσωπικότητά τους και σε όσους νοσταλγικά επιστρέφουν στην παιδική τους ηλικία, για να αναζητήσουν απαντήσεις στους γρίφους τους, που περιμένουν καρτερικά να γίνουν εικόνες γεμάτες με σύμβολα, άρωμα και ζωή.

Το βιβλίο εστιάζεται επίσης στις δύσκολες σελίδες της παιδικής ηλικίας ενός γονιού που διαμορφώνουν ένα ψυχισμό ευάλωτο, ο οποίος αναπαράγει τις συμπεριφορές που υπέστη. Ένας φαύλος κύκλος επανάληψης κάνουν το βιβλίο της ζωής του δυσανάγνωστο με τα τραύματα ανοιχτά να γυρεύουν ίαση μέσα από ερωτηματικά, διλλήματα, φόβους, ανασφάλειες, που τον στοιχειώνουν και τον κρατούν έγκλειστο τους.

Η μόνη διέξοδος είναι η επαφή με την αλήθεια, ο αποχαιρετισμός σε ό,τι έκλεισε τον κύκλο του, η αποδοχή ενός εαυτού που απομακρύνεται από λάθος μηνύματα που τον προσδιόρισαν και το καλωσόρισμα ενός καθρέφτη που απεικονίζει ένα πρόσωπο τυλιγμένο με το χάδι της ζωής, το οποίο αγκαλιάζει το δικό του παιδί αγαπώντας το.

Να σημειωθεί ότι πρόκειται για παρουσίαση και όχι κριτική βιβλίου. 

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Το Αστείο


Το Αστείο
Μίλαν Κούντερα
Εκδόσεις Εστία

Τον Μίλαν Κούντερα τον αγαπώ. Αυτό για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα από την αρχή, για να μην με κατηγορήσει κανένας για έλλειψη αμεροληψίας.
Βλέποντας όλο τον ντόρο με τους ανθρώπους που τάχα μου κατηγορούν τον πρόεδρο Χριστόφια θυμήθηκα ένα από τα βιβλία του, Το Αστείο.
Ο Μίλαν Κούντερα γεννήθηκε στην Τσεχία, τα τελευταία χρόνια όμως ζει στη Γαλλία. Το Αστείο ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα και το έγραψε λίγο πριν από την Άνοιξη της Πράγας. Είναι η ιστορία του Λούτβιχ Γιαχν, ενός φοιτητή που ένα βράδυ στέλλει για πλάκα μια κάρτα στη φίλη του γράφοντάς της: «Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού. Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία. Ζήτω ο Τρότσκι».
Η φίλη του δεν καταλαβαίνει το αστείο. Θεωρεί πως προδίδονται τα κομμουνιστικά ιδεώδη και τον καρφώνει. Στη συνέχεια ο Λούτβιχ διαγράφηκε από το κόμμα, αποβλήθηκε από το πανεπιστήμιο, κατατάγηκε στο στρατό σε τάγμα «τιμωρημένων» και υπηρέτησε τη θητεία του δουλεύοντας στα ορυχεία, στα οποία παρέμεινε «εθελοντικά» άλλα τρία χρόνια.
Διαβάζοντας το αν και γράφτηκε πριν από σαράντα χρόνια, δεν μπορείς να σκεφτείς παρά πόσο επίκαιρο είναι. Είναι λες και έχει γραφτεί σήμερα, για το σήμερα. Ο τυφλός «πατριωτισμός», ο ζήλος για το κόμμα, οι ελευθερίες που χάνονται στο όνομα τάχα ενός μεγάλου ιδανικού, δεν ήταν φαινόμενα επί εποχής Κούντερα μόνο. Δυστυχώς τα ζούμε σε μια διαφορετική τους εκδοχή και σήμερα.
Ο τρόπος γραφής του είναι μοναδικός. Η ειρωνεία άλλοτε κρυφή, άλλοτε φανερή είναι διάχυτη παντού. Αν και τότε ζούσε στην Τσεχία, ο Μίλαν Κούντερα δεν διστάζει να σατιρίζει τα όσα έβλεπε να γίνονται. Πικρό χιούμορ, αυτοσαρκασμός, μικρές και μεγάλες αλήθειες σε κάθε σελίδα του βιβλίου, που αποτελεί μια ηχηρή καταγγελία του σοβιετικού σοσιαλιστικού μοντέλου και του κάθε μοντέλου που βάζει πάνω από τον άνθρωπο την ιδεολογία.
Η πορεία ζωής του Λούτβιχ θα είχε διαφορετική κατάληξη αν δεν έστελλε εκείνη την κάρτα. Η ζωή μας όμως, όπως εύστοχα λέει στην Αβάστακτη Ελαφρότητα του Είναι, δεν κρίνεται από τα αν, αλλά από τις επιλογές που κάνουμε κάθε λεπτό. Ο Λούτβιχ βρέθηκε από ένα αστείο στα ορυχεία και βλέπει τη ζωή του να ρημάζει. Ανήμπορος να αντιδράσει, ανήμπορος να τα βάλει με το πανίσχυρο σύστημα. Στο τέλος θα βρει τα πόδια του και θα είναι ευτυχισμένος.
Υπάρχουν και άλλοι ήρωες στο βιβλίο. Είναι η Λουτσία, η Ελένα, ο Γιάροσλαβ, οι σύντροφοι του Λούτβιχ στο στρατόπεδο. Ο καθένας κουβαλά τη δική του προσωπική ιστορία, τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο. Όλοι είναι σημαντικοί και προσθέτουν κάτι στη μαγεία του βιβλίου. Άλλωστε αποτελεί χαρακτηριστικό του Κούντερα, να κτίζει τις αφηγήσεις του κομμάτακι, κομματάκι, συναίσθημα με συναίσθημα, ειρωνεία με ειρωνεία.
Θα το διαβάσετε μονορούφι. Και δεν θα μπορέσετε να μην σκεφτείτε πόσο μα πόσο σύγχρονο είναι.
Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία, με την πολύ καλή μετάφραση και επιμέλεια του Γιάννη Χάρη.

Λυπάμαι το βιβλίο δεν δανείζεται..

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Ο Φρόιντ στο Μανχάταν

Συγγραφέας: Λυκ Μποσι

Εκδόσεις: Καλέντης

Το πρώτο μυθιστόρημα του νέου αυτού συγγραφέα που ήδη βρίσκετε στη τρίτη του έκδοση. Διαβάζετε πάρα πολύ εύκολα παρά τις 500 και πλέον σελίδες του.
Αν και μυθοστόρημα χρησιμοποιεί πραγματικά ονόματα για τους ήρωες και για τον χώρο όπου εξελίσονται τα γεγονότα.
Το έργο αναφέρετε σε μια επίσκεψη του Φρόιντ στις Η.Π.Α. για την προώθηση της θεωρίας του για την ψυχιατρική και την αθέλητη εμπλοκή του σε μια αστυνομική έρευνα για κάποιους περίεργους φόνους. Βασικά ο συγγραφέας συνδυάζει το αστυνομικό μυθιστόρημα με την ψυχιατρική χωρίς να παραλείπει και μια δόση χιούμορ που δένει απόλυτα σε ένα ευχάριστο ανάγνωσμα.
Το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όσους αρέσουν τα αστυνιμικά μυθιστορήματα.

Δεν μπορώ να το δανείσω γιατί είναι το δώρο μου απο τον Άγιο-Βασίλη.